Η ανάκληση συγκεκριμένης παρτίδας σάλτσας ντομάτας, λόγω μη αναγραφής αλλεργιογόνου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αστοχίας στην επισήμανση τροφίμων, ενός τομέα που συνδέεται άμεσα με την προστασία της δημόσιας υγείας και τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της νομοθεσίας για τα αλλεργιογόνα. Παρότι δεν πρόκειται για μικροβιολογική, χημική ή φυσική επιμόλυνση του προϊόντος, η ελλιπής δήλωση ενός υποχρεωτικά αναγραφόμενου αλλεργιογόνου μπορεί να εκθέσει ευάλωτους καταναλωτές σε σοβαρούς κινδύνους, καθιστώντας την ακρίβεια της επισήμανσης εξίσου σημαντική με την ασφάλεια της παραγωγικής διαδικασίας.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Συναγερμός σε πέντε μεγάλα σούπερ μάρκετ για σταφίδες γεμάτες φυτοφάρμακα – Εκδόθηκαν ανακλήσεις δεκάδων παρτίδων
Η ανάκληση παρτίδας σάλτσας ντομάτας με βότκα σε γυάλινη συσκευασία 680 γραμμαρίων από την αμερικανική εταιρεία SHEANDRO LLC πραγματοποιήθηκε μετά τη διαπίστωση ότι το προϊόν περιείχε συστατικά προερχόμενα από γάλα, χωρίς το αλλεργιογόνο να δηλώνεται στην επισήμανση. Η ανάκληση αφορούσε 76 κιβώτια με συνολικά 912 βάζα (περίπου 620 κιλά) που διανεμήθηκαν αποκλειστικά στην Πολιτεία της Φλόριντα και ταξινομήθηκε από τον FDA ως ανάκληση Κατηγορίας II, καθώς η κατανάλωση του προϊόντος μπορεί να προκαλέσει παροδικές ή ιατρικά αναστρέψιμες επιπτώσεις στην υγεία ατόμων με αλλεργία στο γάλα, χωρίς να θεωρείται πιθανή η πρόκληση σοβαρών ή μόνιμων συνεπειών στον γενικό πληθυσμό.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ελλάδα: Πρόστιμο 25.000€ στο σουβλατζίδικο που συνδέθηκε με κρούσματα σαλμονέλας – Σέρβιρε εισαγόμενα προϊόντα ως «ελληνικά»
Η μη δήλωση αλλεργιογόνων αποτελεί μία από τις συχνότερες αιτίες ανακλήσεων τροφίμων διεθνώς. Το γάλα συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα αλλεργιογόνα που απαιτούν υποχρεωτική επισήμανση σε πολλές χώρες, καθώς οι πρωτεΐνες του μπορούν να προκαλέσουν ανοσολογική αντίδραση ακόμη και όταν καταναλωθούν σε πολύ μικρές ποσότητες. Η επισήμανση επιτρέπει στους καταναλωτές που πάσχουν από αλλεργίες να αναγνωρίζουν τα προϊόντα που πρέπει να αποφεύγουν και αποτελεί ουσιαστικό μέσο πρόληψης επεισοδίων αλλεργικής αντίδρασης.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ετικέτα ανέφερε την παρουσία κρέμας και τυριού στη σύνθεση του προϊόντος, χωρίς όμως να επισημαίνεται με σαφήνεια η παρουσία του αλλεργιογόνου “Milk”. Η παράλειψη αυτή μπορεί να οφείλεται σε σφάλμα κατά τον σχεδιασμό της ετικέτας, στην αναθεώρηση της συνταγής χωρίς αντίστοιχη ενημέρωση της επισήμανσης, σε ανεπαρκή έλεγχο του τελικού artwork ή σε αστοχία κατά τη διαδικασία έγκρισης πριν από τη διάθεση στην αγορά. Πρόκειται για διαδικασίες που αποτελούν μέρος του συστήματος διαχείρισης ποιότητας και ασφάλειας τροφίμων και περιλαμβάνουν διασταύρωση των συστατικών, επαλήθευση των αλλεργιογόνων και τελική επιβεβαίωση της συμμόρφωσης της ετικέτας με τις ισχύουσες κανονιστικές απαιτήσεις.
Η διαχείριση των αλλεργιογόνων δεν περιορίζεται μόνο στην επισήμανση. Περιλαμβάνει αξιολόγηση των πρώτων υλών, έλεγχο των προμηθευτών, πρόληψη επιμολύνσεων μεταξύ διαφορετικών προϊόντων, διαχωρισμό παραγωγικών γραμμών όταν απαιτείται, επαρκείς διαδικασίες καθαρισμού, τεκμηριωμένες οδηγίες εργασίας και συνεχή εκπαίδευση του προσωπικού. Οι διεθνείς προδιαγραφές ασφάλειας τροφίμων, όπως τα συστήματα που βασίζονται στις αρχές HACCP και τα πρότυπα διαχείρισης της ασφάλειας τροφίμων, προβλέπουν ειδικές διαδικασίες για τον εντοπισμό και τον έλεγχο των αλλεργιογόνων σε όλα τα στάδια της παραγωγής.
Η παρουσία μη δηλωμένου γάλακτος δεν δημιουργεί πρόβλημα για τη μεγάλη πλειονότητα των καταναλωτών, όμως για άτομα με επιβεβαιωμένη αλλεργία στις πρωτεΐνες του γάλακτος ακόμη και μικρές ποσότητες μπορούν να προκαλέσουν συμπτώματα όπως κνίδωση, εξανθήματα, κνησμό, οίδημα στα χείλη ή στη γλώσσα, κοιλιακό άλγος, ναυτία, έμετο, διάρροια, δυσκολία στην αναπνοή ή, σε σοβαρές περιπτώσεις, αναφυλαξία που απαιτεί άμεση ιατρική αντιμετώπιση. Η αλλεργία στο γάλα διαφέρει από τη δυσανεξία στη λακτόζη, καθώς η πρώτη αποτελεί αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος, ενώ η δεύτερη σχετίζεται με την αδυναμία πέψης της λακτόζης και προκαλεί κυρίως γαστρεντερικά συμπτώματα.
Οι καταναλωτές με γνωστή αλλεργία στο γάλα χρειάζεται να ελέγχουν προσεκτικά τις ετικέτες πριν από κάθε αγορά, ακόμη και όταν πρόκειται για προϊόντα που έχουν καταναλώσει στο παρελθόν, επειδή οι συνθέσεις και οι ετικέτες ενδέχεται να αλλάξουν. Η παρακολούθηση των ανακλήσεων που δημοσιεύουν οι αρμόδιες αρχές και οι επιχειρήσεις τροφίμων επιτρέπει την έγκαιρη αναγνώριση προϊόντων που ενδέχεται να ενέχουν κίνδυνο.
Για τις επιχειρήσεις τροφίμων, κάθε περιστατικό λανθασμένης επισήμανσης απαιτεί διερεύνηση των αιτίων και αξιολόγηση των διαδικασιών που εφαρμόζονται πριν από την κυκλοφορία ενός προϊόντος. Η ανασκόπηση των εγκρίσεων των ετικετών, η επιβεβαίωση της σύνθεσης από το τμήμα έρευνας και ανάπτυξης, η διασταύρωση των στοιχείων με τις προδιαγραφές των πρώτων υλών και η ανεξάρτητη επαλήθευση από το τμήμα ποιότητας μειώνουν σημαντικά την πιθανότητα εμφάνισης αντίστοιχων σφαλμάτων. Η χρήση λιστών ελέγχου για τα αλλεργιογόνα και η εφαρμογή διαδικασιών διαχείρισης αλλαγών όταν τροποποιείται η συνταγή ή ο προμηθευτής αποτελούν πρακτικές που ενισχύουν την αξιοπιστία της επισήμανσης.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Αυξήθηκαν σε σχεδόν 350, τα κρούσματα σαλμονέλας από πιπεριές – Εντοπίστηκε ο προμηθευτής
- Χιλιάδες κρούσματα Cyclospora και 2 θάνατοι από μολυσμένο μαρούλι στις ΗΠΑ – Περιστατικά και σε 16 ευρωπαϊκές χώρες καταγράφει μελέτη
Το Cibum είναι εξειδικευμένο site ενημέρωσης για την ασφάλεια τροφίμων. Οι πληροφορίες του άρθρου έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα. Για περισσότερες λεπτομέρειες πατήστε ΕΔΩ.