Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων δεν εντόπισε ανησυχίες ασφάλειας για ένζυμο που χρησιμοποιείται σε διάφορες διεργασίες παραγωγής τροφίμων
Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) κατέληξε ότι ένα ένζυμο τροφίμων που περιέχει τις ενζυμικές δραστικότητες ενδο-1,3(4)-β-γλυκανάση, ενδο-1,4-β-ξυλανάση και κυτταρινάση δεν εγείρει ανησυχίες για την ασφάλεια των καταναλωτών στις προβλεπόμενες συνθήκες χρήσης του. Το ένζυμο παράγεται από το μη γενετικά τροποποιημένο στέλεχος του μύκητα Rasamsonia emersonii και προορίζεται για χρήση σε τέσσερις διαφορετικές βιομηχανικές διεργασίες παραγωγής τροφίμων. Σύμφωνα με την επιστημονική αξιολόγηση, το τελικό προϊόν θεωρείται απαλλαγμένο από ζωντανά κύτταρα του μικροοργανισμού παραγωγής, γεγονός που αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ασφάλειά του.
Ένζυμα με σημαντικό ρόλο στη βιομηχανία τροφίμων
Οι τρεις ενζυμικές δραστικότητες που περιλαμβάνονται στο σκεύασμα χρησιμοποιούνται ευρέως στη βιομηχανία τροφίμων για τη διάσπαση σύνθετων φυτικών συστατικών. Η β-γλυκανάση συμβάλλει στη διάσπαση των β-γλυκανών που βρίσκονται στα δημητριακά, η ξυλανάση διασπά τις ξυλάνες των φυτικών κυτταρικών τοιχωμάτων, ενώ η κυτταρινάση δρα στην κυτταρίνη. Η συνδυασμένη δράση τους μπορεί να βελτιώσει την επεξεργασία πρώτων υλών, την απόδοση παραγωγής και ορισμένα τεχνολογικά χαρακτηριστικά των τελικών προϊόντων. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης, η EFSA υπολόγισε ότι η μέγιστη διατροφική έκθεση των Ευρωπαίων καταναλωτών στα συνολικά οργανικά στερεά του ενζύμου δεν αναμένεται να υπερβαίνει τα 0,226 mg ανά κιλό σωματικού βάρους ημερησίως, επίπεδο που θεωρείται ιδιαίτερα χαμηλό.
Δεν εντοπίστηκαν τοξικολογικές ανησυχίες
Η αξιολόγηση περιέλαβε σειρά τοξικολογικών μελετών, μεταξύ των οποίων και δοκιμές γονοτοξικότητας, οι οποίες δεν έδειξαν ενδείξεις ότι το ένζυμο θα μπορούσε να προκαλέσει γενετικές βλάβες. Παράλληλα, εξετάστηκε μελέτη τοξικότητας επαναλαμβανόμενης χορήγησης διάρκειας 90 ημερών σε αρουραίους. Οι ειδικοί της EFSA προσδιόρισαν ως επίπεδο χωρίς παρατηρούμενες ανεπιθύμητες επιδράσεις τα 85 mg ανά κιλό σωματικού βάρους ημερησίως, που ήταν και η υψηλότερη δόση που δοκιμάστηκε. Η σύγκριση του επιπέδου αυτού με την εκτιμώμενη ανθρώπινη έκθεση οδήγησε σε περιθώριο ασφάλειας τουλάχιστον 376 φορές υψηλότερο, στοιχείο που θεωρείται επαρκές για την προστασία της δημόσιας υγείας.
Η EFSA εξέτασε επίσης το ενδεχόμενο αλλεργιογόνου δράσης μέσω σύγκρισης των αμινοξικών αλληλουχιών των ενζύμων με γνωστά αλλεργιογόνα. Η ανάλυση εντόπισε ομοιότητες με δύο αλλεργιογόνα που σχετίζονται με αναπνευστική έκθεση. Ωστόσο, οι ειδικοί σημείωσαν ότι η ύπαρξη αυτών των ομοιοτήτων δεν συνεπάγεται απαραίτητα κίνδυνο για τους καταναλωτές μέσω της διατροφής. Παρότι δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως η πιθανότητα εμφάνισης αλλεργικών αντιδράσεων σε ευαίσθητα άτομα, η EFSA εκτιμά ότι η πιθανότητα αυτή είναι χαμηλή υπό τις προβλεπόμενες συνθήκες χρήσης. Με βάση το σύνολο των διαθέσιμων στοιχείων, η Αρχή καταλήγει ότι το συγκεκριμένο ένζυμο τροφίμων μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια στις εφαρμογές για τις οποίες προορίζεται, προσθέτοντας μία ακόμη θετική αξιολόγηση στη σειρά ενζύμων που χρησιμοποιούνται στη σύγχρονη βιομηχανία τροφίμων για τη βελτίωση της παραγωγικής διαδικασίας και των τεχνολογικών χαρακτηριστικών των προϊόντων.