Οι συνθήκες οικιακής αποθήκευσης μπορεί να ενισχύουν τη μεταφορά χημικών ουσιών από τις πλαστικές συσκευασίες στο ψάρι, με ορισμένες περιπτώσεις να υπερβαίνουν τα όρια ασφαλείας που έχει θέσει η EFSA.
Μια νέα επιστημονική μελέτη επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της ασφάλειας των συσκευασιών τροφίμων και ειδικότερα του πλαστικού που χρησιμοποιείται για τη συντήρηση ψαριών στο ψυγείο και την κατάψυξη. Σύμφωνα με τα ευρήματα ερευνητών από το Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας και το ισπανικό ινστιτούτο IDAEA-CSIC, τα υλικά συσκευασίας μπορεί να μεταφέρουν στο τρόφιμο χημικές ουσίες κατά τη διάρκεια της οικιακής αποθήκευσης, μεταξύ των οποίων και η δισφαινόλη Α (BPA), μια ουσία που έχει απασχολήσει έντονα τις ευρωπαϊκές αρχές ασφάλειας τροφίμων.
Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Environment International, βασίστηκε σε πειράματα που προσομοίωσαν πραγματικές συνθήκες οικιακής χρήσης. Οι ερευνητές αγόρασαν από σούπερ μάρκετ τρία ευρέως καταναλωμένα είδη ψαριών, τον σολομό, τον τόνο και τον μπακαλιάρο, και τα τοποθέτησαν σε διαφορετικά είδη συσκευασίας, όπως δισκία πολυστυρενίου, «κομποστοποιήσιμα» δοχεία και πλαστικές μεμβράνες ή σακούλες κατάψυξης. Στη συνέχεια εξέτασαν τι συμβαίνει όταν τα προϊόντα παραμένουν για 48 ώρες στο ψυγείο στους 4°C ή για 30 ημέρες στην κατάψυξη στους -18°C, συνθήκες που θεωρούνται αντιπροσωπευτικές της καθημερινής αποθήκευσης στο σπίτι.
Η ανάλυση εστίασε σε δεκάδες χημικές ενώσεις που χρησιμοποιούνται ως πρόσθετα στα πλαστικά υλικά, όπως φθαλικές ενώσεις, εναλλακτικοί πλαστικοποιητές, οργανικοί φωσφορικοί εστέρες και δισφαινόλες. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ένα μέρος αυτών των ουσιών μεταναστεύει από τη συσκευασία προς το ψάρι κατά τη διάρκεια της αποθήκευσης, με τον χρόνο επαφής να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα. Όσο μεγαλύτερη η διάρκεια, τόσο υψηλότερα τα επίπεδα μεταφοράς.
Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στο γεγονός ότι ορισμένες δισφαινόλες εμφάνισαν πολύ υψηλά ποσοστά μεταφοράς, ενώ για συγκεκριμένες ουσίες καταγράφηκαν τιμές που έφταναν ακόμη και το σύνολο της διαθέσιμης ποσότητας στο υλικό συσκευασίας. Παράλληλα, παρατηρήθηκε ότι τα λιπαρά ψάρια, όπως ο σολομός, τείνουν να απορροφούν ευκολότερα λιποδιαλυτές ουσίες, ενώ άλλα είδη επηρεάζονται διαφορετικά ανάλογα με τη σύστασή τους.
Το πιο ανησυχητικό μέρος της μελέτης αφορά την εκτίμηση της έκθεσης του καταναλωτή. Με βάση τα επίπεδα επιμόλυνσης που καταγράφηκαν και τα δεδομένα κατανάλωσης, οι ερευνητές υπολόγισαν ότι σε ορισμένα σενάρια μπορεί να ξεπερνιούνται τα όρια ασφαλείας που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA). Ιδιαίτερη ευθύνη αποδίδεται στη δισφαινόλη Α, η οποία φαίνεται να συμβάλλει σχεδόν αποκλειστικά στον συνολικό δείκτη κινδύνου που υπολογίστηκε.
Σημαντικό στοιχείο του πλαισίου είναι ότι η EFSA το 2023 αναθεώρησε δραστικά την ανεκτή ημερήσια πρόσληψη για τη δισφαινόλη Α, μειώνοντάς την κατά περίπου 20.000 φορές, λόγω ενδείξεων για επιδράσεις στο ανοσοποιητικό και το ενδοκρινικό σύστημα. Η νέα μελέτη εντάσσεται σε αυτό το αυστηρότερο επιστημονικό περιβάλλον αξιολόγησης κινδύνου.
Οι ερευνητές επισημαίνουν επίσης ότι ακόμη και οι «κομποστοποιήσιμες» ή οικολογικές συσκευασίες δεν είναι απαραίτητα πιο ασφαλείς, καθώς και αυτές περιέχουν πρόσθετα για να αποκτήσουν τις απαιτούμενες μηχανικές ιδιότητες, τα οποία μπορούν επίσης να μεταναστεύσουν στο τρόφιμο. Με αυτόν τον τρόπο, η περιβαλλοντική βιωσιμότητα ενός υλικού δεν συνεπάγεται αυτόματα και χαμηλότερη τοξικολογική επιβάρυνση.
Παράλληλα, υπογραμμίζεται ένα ευρύτερο πρόβλημα ρυθμιστικού κενού στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς για πολλές νέες ουσίες που αντικαθιστούν το BPA δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή δεδομένα ασφάλειας ή συγκεκριμένα νομοθετικά όρια. Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι η ταυτόχρονη έκθεση σε πολλαπλές χημικές ενώσεις μπορεί να έχει συνεργιστικές επιδράσεις που δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς.
Η μελέτη δημοσιεύεται σε μια περίοδο όπου η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά ήδη σε σταδιακή απαγόρευση της χρήσης δισφαινολών σε υλικά που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα, με μεταβατικές περιόδους προσαρμογής για τη βιομηχανία. Ωστόσο, οι ερευνητές τονίζουν ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο BPA, αλλά αφορά συνολικά τον τρόπο αξιολόγησης και αντικατάστασης των χημικών προσθέτων στα υλικά συσκευασίας.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Επείγουσα ανάκληση κρουασάν και Muffin Nutella σε επτά ευρωπαϊκές χώρες – Η ανακοίνωση της Ferrero
- Θύελλα αντιδράσεων από την απόφαση υπέρ της Bayer για τον καρκίνο από τη γλυφοσάτη – «Δώρο» στη βιομηχανία βλέπουν οι επικριτές
- Listeria σε κοτόπουλο που διανεμήθηκε σε νοσοκομεία
- Υπάλληλος αλυσίδας εστίασης κατηγορείται ότι έφτυσε σε φαγητό πελάτισσας και τη μόλυνε με έρπη
- PFAS και φυτοφάρμακα στη μπύρα: Τι έδειξε εργαστηριακό τεστ σε 18 δημοφιλείς μάρκες
- Πεπτίδια αντιγήρανσης: Όταν η αγορά και τα social «τρέχουν» πιο γρήγορα από την επιστήμη και υποτιμούν τους κινδύνους
- Επιστρέφει το best seller σεμινάριο Food Safety Culture Advanced Training Course μετά το έντονο ενδιαφέρον των επαγγελματιών του κλάδου
Το Cibum είναι εξειδικευμένο site ενημέρωσης για την ασφάλεια τροφίμων. Οι πληροφορίες του άρθρου έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα. Για περισσότερες λεπτομέρειες πατήστε ΕΔΩ.