Μια μεγάλη έρευνα της εφορίας στην Τουρκία φέρνει στο προσκήνιο έναν μηχανισμό που, σύμφωνα με τις τουρκικές αρχές και τα πορίσματα των ελέγχων, μπορούσε να διογκώνει τεχνητά το κόστος των φρούτων και των λαχανικών πριν αυτά φτάσουν στην αγορά. Η υπόθεση αφορά τη λεγόμενη «διαδρομή από το χωράφι στο ράφι» και βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο μεγάλης επιχείρησης στην Κωνσταντινούπολη. Συνολικά, 41 διευθυντές μεγάλων εταιρειών διανομής βρέθηκαν αντιμέτωποι με εντολές σύλληψης, ενώ πραγματοποιήθηκαν ταυτόχρονες έρευνες σε 109 επιχειρήσεις και κατοικίες σε 22 επαρχίες της Τουρκίας. Μέχρι τις 16 Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με το τουρκικό πρακτορείο Anadolu, είχαν εντοπιστεί 38 από τους 41 υπόπτους.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Μεγάλη γαλακτοβιομηχανία ανακαλεί δημοφιλές παγωτό μετά από καταγγελίες – Είναι η 2η φορά που ανακαλείται το ίδιο προϊόν
Η υπόθεση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή οι τουρκικές αρχές δεν περιορίστηκαν στην καταγραφή των τιμών στα καταστήματα. Οι ελεγκτές προσπάθησαν να ακολουθήσουν αντίστροφα ολόκληρη την πορεία ενός προϊόντος: από τον παραγωγό, στον έμπορο ή διανομέα, στις εγκαταστάσεις των χονδρεμπόρων και τελικά στην αγορά.
Στο πλαίσιο αυτό εξετάστηκαν στοιχεία από το Hal Kayıt Sistemi, δηλαδή το τουρκικό σύστημα καταγραφής της διακίνησης οπωροκηπευτικών, στοιχεία του Çiftçi Kayıt Sistemi, τα φορολογικά βιβλία και παραστατικά των επιχειρήσεων, ηλεκτρονικά τιμολόγια, καθώς και στοιχεία από τις δημοτικές αγορές χονδρικής. Παράλληλα, η Vergi Denetim Kurulu, η τουρκική υπηρεσία φορολογικών ελέγχων, έλαβε καταθέσεις από περίπου 1.029 παραγωγούς, προκειμένου να διαπιστωθεί σε ποια τιμή είχαν πράγματι πουλήσει τα προϊόντα τους και με ποιον τρόπο αυτά έφτασαν στους προμηθευτές.
Το βασικό κόλπο για να πωλούν ακριβότερα
Ο μηχανισμός που περιγράφεται στα πορίσματα είναι ιδιαίτερα σημαντικός για να κατανοηθεί πώς μπορούσε να «κρυφτεί» ένα μεγάλο περιθώριο κέρδους. Σύμφωνα με τα ευρήματα των ελεγκτών, ορισμένοι προμηθευτές φέρονται να εξέδιδαν παραστατικά για τις αγορές αγροτικών προϊόντων από παραγωγούς, με υψηλότερη τιμή από αυτή που είχε πραγματικά καταβληθεί στον αγρότη. Με απλά λόγια, εάν ένα προϊόν είχε αγοραστεί από τον παραγωγό για 8 τουρκικές λίρες το κιλό, δηλαδή περίπου 0,14 ευρώ, μπορούσε στα βιβλία να εμφανιστεί ότι είχε αγοραστεί για 24 ή 28 λίρες, δηλαδή περίπου 0,43 ή 0,50 ευρώ. Έτσι, όταν το προϊόν μεταπωλούνταν ακριβότερα, το λογιστικό περιθώριο μεταξύ «αγοράς» και «πώλησης» εμφανιζόταν μικρότερο από το πραγματικό.
Η ίδια η εισαγγελική ανακοίνωση αναφέρει ότι οι ελεγκτές εντόπισαν περιπτώσεις στις οποίες οι επιχειρήσεις εμφάνιζαν το κόστος υψηλότερο από το πραγματικό, ενώ παράλληλα εμφάνιζαν την προσφορά προϊόντων χαμηλότερη από την πραγματική. Στην έρευνα περιλαμβάνεται ακόμη η καταγγελλόμενη τεχνητή επιμήκυνση της εφοδιαστικής αλυσίδας, δηλαδή η προσθήκη επιπλέον ενδιάμεσων σταδίων πριν από την τελική πώληση. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με τις αρχές, ήταν να δημιουργείται εικόνα υψηλότερου κόστους και χαμηλότερου περιθωρίου κέρδους, ενώ ταυτόχρονα μπορούσε να αυξάνεται η τελική τιμή.
Από 28 λίρες το κιλό στα χαρτιά – 45,81 λίρες η πώληση
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα που δημοσιεύθηκαν από τον τουρκικό Τύπο αφορά την Akın Tarım και την αγορά άσπορων σταφυλιών. Σύμφωνα με το φορολογικό πόρισμα, ο παραγωγός Hüseyin Eğercioğlu δήλωσε ότι τον Σεπτέμβριο του 2025 πούλησε στην εταιρεία τα σταφύλια του προς 28-29 τουρκικές λίρες το κιλό, δηλαδή περίπου 0,50-0,52 ευρώ. Ωστόσο, σύμφωνα με το ίδιο πόρισμα, τα σχετικά παραστατικά αγοράς εκδόθηκαν με τιμή 45 λίρες το κιλό, περίπου 0,80 ευρώ. Την ίδια περίοδο η μέση τιμή πώλησης της εταιρείας για τα συγκεκριμένα σταφύλια ήταν 45,81 λίρες το κιλό, δηλαδή περίπου 0,82 ευρώ.
Η διαφορά γίνεται ιδιαίτερα αποκαλυπτική αν τη δει κανείς ως λογιστική εικόνα. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με την κατάθεση του παραγωγού, η εταιρεία αγόραζε με περίπου 28-29 λίρες και πουλούσε κατά μέσο όρο στις 45,81 λίρες. Στα παραστατικά όμως η αγορά εμφανιζόταν στις 45 λίρες. Έτσι, το πραγματικό περιθώριο μεταξύ αγοράς και πώλησης ήταν περίπου 17 λίρες το κιλό, ενώ στα βιβλία εμφανιζόταν μόλις περίπου 0,81 της λίρας. Το τουρκικό φορολογικό πόρισμα εκτιμά ότι με αυτόν τον τρόπο μπορούσε να δημιουργείται η εικόνα ότι η τιμή πώλησης ήταν κοντά στην τιμή αγοράς και να αποκρύπτεται λογιστικά το πολύ μεγαλύτερο πραγματικό περιθώριο.
Άλλο παράδειγμα που παρουσιάζεται στον τουρκικό Τύπο αφορά μανταρίνια. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα για το πόρισμα, παραγωγός δήλωσε ότι το 2025 πούλησε περίπου 100 τόνους μανταρίνια προς 6-8 λίρες το κιλό, δηλαδή μόλις 0,11-0,14 ευρώ. Ωστόσο, σύμφωνα με τα ευρήματα που δημοσιοποιήθηκαν, η εταιρεία Altunpul Tarım εμφάνισε στα σχετικά παραστατικά τιμή αγοράς 28 λίρες το κιλό, περίπου 0,50 ευρώ. Η μέση τιμή πώλησης που αναφέρεται για την εταιρεία ήταν περίπου 31,82 λίρες, δηλαδή περίπου 0,57 ευρώ το κιλό.
Η απόσταση ανάμεσα στα δύο ποσά είναι τεράστια. Εάν η πραγματική αγορά ήταν 6 λίρες και το παραστατικό εμφάνιζε 28, η καταγεγραμμένη τιμή αγοράς ήταν περίπου 4,7 φορές υψηλότερη από την τιμή που δήλωσε ο παραγωγός. Και εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της καταγγελλόμενης πρακτικής: όσο υψηλότερο εμφανίζεται στα λογιστικά βιβλία το κόστος αγοράς, τόσο μικρότερη φαίνεται η διαφορά μέχρι την τιμή μεταπώλησης.
«Παραγωγοί» που είχαν πεθάνει χρόνια πριν
Ίσως το πιο εντυπωσιακό εύρημα της έρευνας αφορά τα ίδια τα πρόσωπα που εμφανίζονταν στα παραστατικά ως παραγωγοί. Στην υπόθεση της Ahmet Demir Gıda, οι φορολογικοί ελεγκτές εντόπισαν, σύμφωνα με το πόρισμα, 87 παραστατικά που είχαν εκδοθεί μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2025 και 31ης Μαρτίου 2026 στο όνομα 49 ανθρώπων που είχαν ήδη πεθάνει. Η συνολική αξία αυτών των παραστατικών ανέρχεται σε 2.524.987,35 τουρκικές λίρες, ποσό που αντιστοιχεί περίπου σε 45.000 ευρώ με την ισοτιμία της 15ης Σεπτεμβρίου 2026.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, σύμφωνα με τα τουρκικά δημοσιεύματα, οι θάνατοι είχαν καταγραφεί ακόμη και χρόνια πριν από την ημερομηνία έκδοσης των παραστατικών. Για παράδειγμα, η Yeni Şafak αναφέρει ότι ορισμένοι από τους θανάτους ανάγονταν στο 2014 και το 2016, ενώ τα παραστατικά εκδόθηκαν το 2025 και το 2026. Τα ποσά των συγκεκριμένων παραστατικών κυμαίνονταν, ανά πρόσωπο, από περίπου 29.000 έως 118.000 λίρες, δηλαδή περίπου 517 έως 2.103 ευρώ.
Οι ελεγκτές δεν σταμάτησαν όμως στην ημερομηνία θανάτου. Εξέτασαν εάν τα προϊόντα που φέρονταν να έχουν παραδοθεί από τα συγκεκριμένα πρόσωπα μπορούσαν πράγματι να έχουν παραχθεί. Συγκρίθηκαν οι δηλώσεις των παραγωγών, οι εκτάσεις γης, η παραγωγική τους δυνατότητα, οι περίοδοι συγκομιδής, τα στοιχεία από ζυγιστήρια, τα έγγραφα μεταφοράς, οι καταχωρίσεις στο Hal Kayıt Sistemi, αλλά και οι τραπεζικές κινήσεις και πληρωμές.
«Δεν πούλησα προϊόντα – δεν γνωρίζω την εταιρεία»
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι σύμφωνα με το φορολογικό πόρισμα, δεν ήταν όλοι οι άνθρωποι που εμφανίζονταν ως παραγωγοί νεκροί. Σε ορισμένες περιπτώσεις, εν ζωή πρόσωπα φέρονται να δήλωσαν στους ελεγκτές ότι δεν είχαν πουλήσει τα συγκεκριμένα προϊόντα ή ότι δεν γνώριζαν καν την εταιρεία που εμφανιζόταν στα παραστατικά. Σε μία περίπτωση, αναφέρεται ότι στο όνομα ενός προσώπου είχαν εκδοθεί παραστατικά συνολικής αξίας 1.059.975 τουρκικών λιρών, περίπου 18.900 ευρώ, ενώ το ίδιο φέρεται να δήλωσε ότι δεν είχε αγροτική δραστηριότητα ή παραγωγή, δεν είχε πουλήσει προϊόντα και δεν γνώριζε τον συγκεκριμένο επιχειρηματία.
Σε άλλη περίπτωση, σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, εμφανίστηκαν παραστατικά συνολικής αξίας 7.932.022,25 λιρών, περίπου 141.300 ευρώ, ενώ το πρόσωπο που αναφερόταν στα έγγραφα φέρεται να δήλωσε ότι προϊόντα που δεν είχε παράγει εμφανίζονταν στα παραστατικά στο όνομά του.
Οι ελεγκτές φέρεται να εντόπισαν και δεύτερο μοτίβο: διαφορές στις ποσότητες προϊόντων που εμφανίζονταν στα λογιστικά παραστατικά σε σχέση με τις ποσότητες που είχαν δηλωθεί στο σύστημα καταγραφής της αγοράς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα που δημοσιεύεται στον τουρκικό Τύπο αφορά την εταιρεία Göl Sebze Meyve Kömür Gıda.
Σύμφωνα με το σχετικό δημοσίευμα, τον Ιανουάριο του 2026 εμφανίζονταν στα müstahsil makbuzları αγορές περίπου 405.131 κιλών μήλων, ενώ στο Hal Kayıt Sistemi είχαν καταχωριστεί περίπου 267.400 κιλά. Για την περίοδο Φεβρουαρίου-Μαρτίου, τα παραστατικά εμφάνιζαν περίπου 832.907 κιλά, ενώ στο σύστημα είχαν δηλωθεί περίπου 188.860 κιλά. Η διαφορά αυτή δεν αποτελεί απλώς ζήτημα τιμής ανά κιλό. Εγείρει ερωτήματα για το κατά πόσο οι ποσότητες που εμφανίζονταν στα φορολογικά βιβλία αντιστοιχούσαν σε πραγματικές ποσότητες προϊόντων που είχαν παραχθεί, παραδοθεί και διακινηθεί.
Η εισαγγελική έρευνα αφορά, μεταξύ άλλων, τα αδικήματα της επηρέασης των τιμών, παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας, πλαστογραφία εγγράφων και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Ομαδική αγωγή κατά της Neutrogena της Johnson & Johnson και συμβιβασμός 4,7 εκατ. δολάρια
- Βούτυρο στο ψυγείο: Το συνηθισμένο λάθος στην αποθήκευση που μπορεί να αλλοιώσει γεύση και ποιότητα
- 5 τρόφιμα που ΔΕΝ πρέπει να μαγειρεύετε ποτέ κατευθείαν από την κατάψυξη
Το Cibum είναι εξειδικευμένο site ενημέρωσης για την ασφάλεια τροφίμων. Οι πληροφορίες του άρθρου έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα. Για περισσότερες λεπτομέρειες πατήστε ΕΔΩ.