Νέα επιστημονική μελέτη αποκαλύπτει τον κρίσιμο ρόλο των βιομηχανικών ελαιούχων καλλιεργειών στην περιβαλλοντική κρίση και φωτίζει τη σύνδεση ανάμεσα στην παγκόσμια κατανάλωση και την καταστροφή των οικοσυστημάτων.
Η απώλεια της βιοποικιλότητας θεωρείται σήμερα μία από τις σοβαρότερες περιβαλλοντικές προκλήσεις που συνδέονται με το παγκόσμιο σύστημα παραγωγής τροφίμων. Παρότι συχνά βρίσκεται στη σκιά θεμάτων όπως η κλιματική αλλαγή, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η διατήρηση της βιοποικιλότητας αποτελεί προϋπόθεση για τη γεωργία και, κατ’ επέκταση, για την επισιτιστική ασφάλεια. Ωστόσο, η ίδια η βιομηχανική γεωργία συγκαταλέγεται στους βασικούς παράγοντες που οδηγούν στη συρρίκνωση των φυσικών οικοσυστημάτων, καθώς η επέκταση των μονοκαλλιεργειών συνοδεύεται από εκχερσώσεις δασών, εντατική χρήση λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων και δραστική μείωση της ποικιλίας των ειδών.
Μία νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Food από ερευνητές του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης (ETH Zurich) εστιάζει σε έναν τομέα που μέχρι σήμερα δεν είχε αξιολογηθεί με τόσο ολοκληρωμένο τρόπο: την παραγωγή φυτικών ελαίων. Τα έλαια αυτά χρησιμοποιούνται ευρέως τόσο στη διατροφή των ανθρώπων όσο και στις ζωοτροφές, ενώ αρκετά αξιοποιούνται και στη βιομηχανία καλλυντικών και άλλων προϊόντων.
Για να αποτιμήσουν με ακρίβεια τις επιπτώσεις των ελαιούχων καλλιεργειών στη βιοποικιλότητα, οι ερευνητές συνέλεξαν και συνέκριναν δεδομένα που αφορούσαν την περίοδο 1995–2020. Η ανάλυση περιέλαβε 19 διαφορετικές καλλιέργειες ελαιούχων φυτών και βασίστηκε σε δορυφορικές εικόνες, γεωργικές στατιστικές και πληροφορίες για τις καλλιεργούμενες εκτάσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Στη συνέχεια, η ερευνητική ομάδα υπολόγισε τον βαθμό στον οποίο οι διαφορετικές γεωργικές πρακτικές επηρεάζουν την επιβίωση φυτικών και ζωικών ειδών. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκαν ειδικοί δείκτες απώλειας ειδών, οι οποίοι λαμβάνουν υπόψη την ένταση της καλλιέργειας, τα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής και τον τρόπο διαχείρισης της γης.
Η μελέτη δεν περιορίστηκε μόνο στην παραγωγή. Οι επιστήμονες χαρτογράφησαν επίσης τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού και συνέδεσαν τις χώρες παραγωγής με τις χώρες κατανάλωσης. Έτσι κατέστη δυνατό να αποτυπωθεί το πραγματικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα των καταναλωτικών επιλογών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η σόγια που καλλιεργείται στη Βραζιλία και εξάγεται κυρίως στην Κίνα και την Ευρώπη για την εκτροφή ζώων, συμβάλλοντας έμμεσα στην αυξημένη παραγωγή και κατανάλωση κρέατος.
Τα αποτελέσματα της έρευνας είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των ερευνητών, οι 19 ελαιούχες καλλιέργειες ευθύνονταν το 2020 για το 1,5% της παγκόσμιας απώλειας βιοποικιλότητας που σχετίζεται με ανθρώπινες δραστηριότητες. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά υψηλό ποσοστό αν ληφθεί υπόψη ότι αφορά αποκλειστικά την παραγωγή φυτικών ελαίων.
Τη μεγαλύτερη επιβάρυνση προκαλούν τρεις καλλιέργειες: ο ελαιοφοίνικας, η καρύδα και η σόγια. Οι τρεις αυτές κατηγορίες αντιπροσωπεύουν περίπου το 75% του συνολικού αντίκτυπου των ελαιούχων φυτών στη βιοποικιλότητα. Ιδιαίτερα το φοινικέλαιο και το σογιέλαιο συνδέονται στενά με την αποψίλωση δασών και τη μετατροπή φυσικών οικοσυστημάτων σε εκτεταμένες μονοκαλλιέργειες.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Από το 1995 έως το 2020, οι επιπτώσεις των ελαιούχων καλλιεργειών στη βιοποικιλότητα αυξήθηκαν κατά περίπου 80%. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η εξέλιξη αυτή δεν οφείλεται κυρίως στην αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού, αλλά στην επέκταση των μονοκαλλιεργειών και στη συνεχή αύξηση της κατά κεφαλήν κατανάλωσης φυτικών ελαίων.
Οι τροπικές περιοχές του πλανήτη εμφανίζονται ως οι μεγάλοι χαμένοι αυτής της διαδικασίας. Αν και φιλοξενούν περίπου το μισό των εκτάσεων που καλλιεργούνται με ελαιούχα φυτά, συγκεντρώνουν σχεδόν το 80% των επιπτώσεων στη βιοποικιλότητα. Η υψηλή συγκέντρωση ειδών σε αυτές τις περιοχές, σε συνδυασμό με τη μαζική αποδάσωση των τελευταίων δεκαετιών, καθιστά τις απώλειες ιδιαίτερα σοβαρές και συχνά μη αναστρέψιμες σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα.
Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της μελέτης αφορά τον διεθνή χαρακτήρα του προβλήματος. Περισσότερο από το ήμισυ της παγκόσμιας παραγωγής φυτικών ελαίων καταναλώνεται εκτός των χωρών όπου παράγεται. Η Κίνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση απορροφούν συνολικά πάνω από το 80% της παγκόσμιας κατανάλωσης. Η Ευρώπη αποτελεί σημαντικό εισαγωγέα φοινικελαίου, ενώ η Κίνα εισάγει τεράστιες ποσότητες σόγιας, κυρίως για την παραγωγή ζωοτροφών.
Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι ακόμη και αν η αποδάσωση σταματούσε άμεσα, η αποκατάσταση της χαμένης βιοποικιλότητας θα απαιτούσε πολλά χρόνια, ίσως και δεκαετίες. Παρ’ όλα αυτά, υπογραμμίζουν ότι υπάρχουν περιθώρια δράσης. Η προστασία των δασών, η υιοθέτηση πιο βιώσιμων γεωργικών πρακτικών, η μείωση της εξάρτησης από τις εντατικές μονοκαλλιέργειες και η υπεύθυνη καταναλωτική συμπεριφορά μπορούν να συμβάλουν στον περιορισμό των επιπτώσεων.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Φριτέζα αέρα: Νέα ανάκληση επικίνδυνης συσκευής – Σύσταση για άμεση διακοπή χρήσης (φωτογραφία)
- Τσίμπημα από μωβ μέδουσα: Οδηγίες-«σωσίβιο» του Ερυθρού Σταυρού για άμεση ανακούφιση (video)
- PFAS στο γάλα: Ελβετική έρευνα εντοπίζει «παντοτινά χημικά» σε όλα τα δείγματα, ακόμη και στα βιολογικά
- Ανακαλούνται κατεψυγμένα προϊόντα που πωλήθηκαν 22 και 23 Ιουνίου σε μεγάλο σούπερ μάρκετ λόγω διακοπής της ψυκτικής αλυσίδας
- Μαζική ανάκληση δεκάδων χιλιάδων προϊόντων αρτοποιίας
- Ανάκληση nuggets και λουκάνικων λόγω κινδύνου επιμόλυνσης και πνιγμού
- Τριχόπτωση: Νέο χάπι δείχνει εντυπωσιακή επαναφορά μαλλιών στις κλινικές δοκιμές
- Τέσσερις βραδινές συνήθειες που αυξάνουν τα τριγλυκερίδια
- Γιατί πρέπει να βάλετε στο ψυγείο ένα χαρτί Α4 για να δείτε αν δουλεύει σωστά (βίντεο)
- Ο άργιλος μπορεί να «φρενάρει» την αλλοίωση των τροφίμων – Επιστημονική ανακάλυψη
- Επιστρέφει το best seller σεμινάριο Food Safety Culture Advanced Training Course μετά το έντονο ενδιαφέρον των επαγγελματιών του κλάδου
