Η τεστοστερόνη μπορεί να βρίσκεται στο επίκεντρο μιας πιο σύνθετης σχέσης με την καρδιακή υγεία από ό,τι είχε θεωρηθεί, καθώς τόσο τα χαμηλά όσο και τα υψηλά επίπεδά της στους άνδρες φαίνεται να συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο κολπικής μαρμαρυγής. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα νέας ανασκόπησης της διαθέσιμης επιστημονικής βιβλιογραφίας, η οποία εξετάζει παράλληλα την ασφάλεια της θεραπείας υποκατάστασης τεστοστερόνης σε σχέση με τη συγκεκριμένη αρρυθμία. Οι ερευνητές περιγράφουν μια πιθανή σχέση σε σχήμα U, σύμφωνα με την οποία ο κίνδυνος εμφανίζεται υψηλότερος όταν η τεστοστερόνη είναι πολύ χαμηλή ή πολύ υψηλή και χαμηλότερος όταν βρίσκεται στο μεσαίο τμήμα του φυσιολογικού εύρους. Η κολπική μαρμαρυγή δεν είναι μια αθώα διαταραχή του καρδιακού ρυθμού, καθώς συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου και σε αρκετές περιπτώσεις απαιτεί μακροχρόνια αντιπηκτική αγωγή.
Η σχέση φαίνεται να έχει δύο άκρα
Η νέα ανασκόπηση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή οι συγγραφείς δεν υποστηρίζουν απλώς ότι η τεστοστερόνη αυξάνει ή μειώνει συνολικά τον κίνδυνο αρρυθμίας. Η εικόνα που προκύπτει είναι πιο σύνθετη και εξαρτάται από την ποσότητα της ορμόνης. Άνδρες με χαμηλή τεστοστερόνη εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο κολπικής μαρμαρυγής, αλλά αντίστοιχη αύξηση φαίνεται να υπάρχει και όταν τα επίπεδα είναι πολύ υψηλά. Οι ερευνητές αναφέρουν ότι η παρατήρηση αυτή υποστηρίζεται τόσο από μεγάλες μελέτες πληθυσμού όσο και από εργαστηριακά δεδομένα που έγιναν διαθέσιμα από το 2025. Σύμφωνα με την ανασκόπηση, τα δύο άκρα ενδέχεται να επηρεάζουν τα καρδιακά κύτταρα μέσω διαφορετικών βιολογικών μηχανισμών. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τους άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία υποκατάστασης τεστοστερόνης, καθώς η προσπάθεια να αυξηθούν τα επίπεδα όσο το δυνατόν περισσότερο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυξάνονται και τα οφέλη. Αντίθετα, η υπερβολική αύξηση μπορεί να μεταφέρει τον ασθενή προς την άλλη πλευρά της καμπύλης που περιγράφουν οι ερευνητές. Η θεραπεία υποκατάστασης τεστοστερόνης χρησιμοποιείται ευρέως σε άνδρες μέσης και μεγαλύτερης ηλικίας με χαμηλά επίπεδα της ορμόνης. Το ζήτημα επομένως δεν είναι μόνο εάν πρέπει να χορηγείται τεστοστερόνη, αλλά σε ποιο επίπεδο πρέπει να φτάνει και πώς παρακολουθείται ο ασθενής κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Ποιο επίπεδο προτείνεται
Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, οι συγγραφείς προτείνουν για τους άνδρες που χρειάζονται θεραπεία στόχο περίπου 350 έως 550 ng/dL ολικής τεστοστερόνης, δηλαδή το μεσαίο τμήμα του φυσιολογικού εύρους, αντί για προσπάθεια επίτευξης των υψηλότερων φυσιολογικών τιμών. Οι ερευνητές επισημαίνουν, ωστόσο, ότι το συγκεκριμένο θεραπευτικό εύρος προκύπτει από παρατηρησιακά δεδομένα και δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί προοπτικά σε κλινική μελέτη. Επομένως, δεν πρόκειται για οριστικά αποδεδειγμένο στόχο που μπορεί να εφαρμοστεί με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους άνδρες. Όταν η πρωτεΐνη SHBG, η οποία δεσμεύει τις ορμόνες του φύλου στο αίμα, βρίσκεται εκτός φυσιολογικών ορίων, οι γιατροί μπορούν να λαμβάνουν υπόψη την υπολογιζόμενη ελεύθερη τεστοστερόνη, καθώς η μέτρηση της συνολικής τεστοστερόνης μπορεί να μην αποτυπώνει πλήρως την ποσότητα της ορμόνης που είναι διαθέσιμη στους ιστούς. Παράλληλα, οι συγγραφείς θεωρούν ότι στους άνδρες με αυξημένο καρδιαγγειακό ή αρρυθμικό κίνδυνο θα μπορούσαν να προτιμώνται μορφές θεραπείας με σταθερότερη φαρμακοκινητική, αντί για σκευάσματα βραχείας δράσης που προκαλούν μεγαλύτερες διακυμάνσεις των επιπέδων της ορμόνης. Η αιματοκρίτης προτείνεται ως βασικός περιοριστικός δείκτης για τη δοσολογία, ενώ πριν από την έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να αξιολογούνται παράγοντες όπως η παχυσαρκία, η υπνική άπνοια, η υπέρταση και η κατανάλωση αλκοόλ.
Η παρακολούθηση δεν σταματά μετά τη χορήγηση της θεραπείας. Ο καρδιακός ρυθμός, ο αιματοκρίτης, η αρτηριακή πίεση και η λειτουργία των νεφρών και του ήπατος αποτελούν μεταξύ άλλων παραμέτρους που οι συγγραφείς θεωρούν σημαντικό να ελέγχονται. Η προσέγγιση αυτή αντανακλά το βασικό μήνυμα της ανασκόπησης, ότι η θεραπεία δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως προσπάθεια επίτευξης όσο το δυνατόν υψηλότερης τεστοστερόνης, αλλά ως διαδικασία επαναφοράς σε ένα κατάλληλο επίπεδο με συνεχή παρακολούθηση.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Πρωτεΐνη: Μήπως πρέπει να τρώμε λιγότερη για να ζήσουμε περισσότερο;
- Κολπική μαρμαρυγή: Η άσκηση μπορεί να μειώσει σημαντικά τον χρόνο που διαρκεί η αρρυθμία
- Αντοχή στα αντιβιοτικά: Τι έδειξε επταετές διεθνές πρόγραμμα για την αντιμετώπιση της «σιωπηλής πανδημίας»
- 7 «κακές» τροφές που βοηθούν το σώμα να διαχειριστεί το στρες
- 29 μάρκες εμφιαλωμένων νερών κρίθηκαν ακατάλληλες για κατανάλωση – Τι έδειξαν οι εργαστηριακοί έλεγχοι
- Σκεύη στην κουζίνα: Ποια μετατρέπονται σε τοξική παγίδα για την υγεία και πρέπει να πετάξεις αμέσως – Έρευνα