Το Cibum είναι εξειδικευμένο site ενημέρωσης για την ασφάλεια τροφίμων και τη βιομηχανία. Οι πληροφορίες του άρθρου έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα. Για περισσότερες λεπτομέρειες πατήστε ΕΔΩ.
Σχεδόν 770 τόνους ζάχαρης ανακαλεί μεγάλη βιομηχανία λόγω πιθανής επιμόλυνσης. Οι παρτίδες που ανακαλούνται περιλαμβάνουν τόσο επαγγελματικές όσο και καταναλωτικές συσκευασίες αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει δημοσιοποιηθεί αριθμός επιχειρήσεων που παρέλαβαν τις συγκεκριμένες παρτίδες. Δεν μπορεί επομένως να προσδιοριστεί πόσα σούπερ μάρκετ, αρτοποιεία, ζαχαροπλαστεία, εστιατόρια, ξενοδοχεία, μονάδες catering ή βιομηχανίες τροφίμων έχουν επηρεαστεί.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Μπισκότα Παπαδοπούλου: «Το βυτιοφόρο δεν είναι δικό μας» – Η απάντηση για την υπόθεση των αποβλήτων
Η ανάκληση έγινε στις ΗΠΑ από την βιομηχανία ζάχαρης United Sugar Producers & Refiners που αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους οργανισμούς εμπορίας ζάχαρης στη χώρα και αναφέρει ότι καλύπτει περίπου το 25% της συνολικής αμερικανικής ζήτησης. Μέσω του δικτύου της προμηθεύει βιομηχανίες αρτοποιίας, ζαχαροπλαστικής, δημητριακών, γαλακτοκομικών και ποτών, καθώς και την αγορά λιανικής. Ενδεικτικά, για το 2023 έχουν αναφερθεί πωλήσεις 2,81 εκατ. μετρικούς τόνους. Η κλίμακα αυτή δείχνει το εύρος του δικτύου στο οποίο μπορεί να κινηθεί μια πρώτη ύλη που διατίθεται από την εταιρεία.
Η παρουσία συσκευασιών 11,3 και 22,68 κιλών στις ανακληθείσες ποσότητες δείχνει σαφή προσανατολισμό και προς επαγγελματικούς χρήστες, ενώ η συσκευασία Good & Gather των 907 γραμμαρίων δείχνει ότι μέρος της ανάκλησης αφορά απευθείας τη λιανική αγορά. Η ανάκληση της United Sugar Producers & Refiners ξεκίνησε στις 19 Αυγούστου 2026 και στις 21 Σεπτεμβρίου ταξινομήθηκε από την αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) ως Class II.
Αν και η ποσότητα είναι τεράστια, στο παρελθόν έχουν καταγραφεί και άλλες ανακλήσεις ζάχαρης μεγάλης κλίμακας, με διαφορετικές αιτίες. Το 2021 στη Γαλλία, η Tereos ανακάλεσε περίπου 1.000 τόνους προϊόντων ζάχαρης Béghin Say, καθώς σε συστατικό προμηθευτή που χρησιμοποιούνταν στα συγκεκριμένα προϊόντα είχε εντοπιστεί αιθυλενοξείδιο σε επίπεδα υψηλότερα από τα επιτρεπόμενα. Την ίδια χρονιά στη Νέα Ζηλανδία, η New Zealand Sugar Company παρήγαγε και διένειμε 971 τόνους προϊόντων ζάχαρης που είχαν επιμολυνθεί με μόλυβδο κατά τη θαλάσσια μεταφορά από την Αυστραλία. Το πλοίο είχε μεταφέρει προηγουμένως συμπυκνώματα μετάλλων που περιείχαν μόλυβδο και ψευδάργυρο και, σύμφωνα με την αρμόδια αρχή, ο καθαρισμός των χώρων φορτίου δεν ήταν αποτελεσματικός.
Μια διαφορετική υπόθεση είχε καταγραφεί το 2016 στις ΗΠΑ, όταν ανακλήθηκαν παρτίδες ζάχαρης λόγω πιθανής παρουσίας μεταλλικών θραυσμάτων. Η ποσότητα της ζάχαρης δεν δημοσιοποιήθηκε, όμως η επιμόλυνση προκάλεσε δευτερογενείς ανακλήσεις προϊόντων που την είχαν χρησιμοποιήσει ως συστατικό. Μεταξύ αυτών ήταν σχεδόν 1.000 τόνοι κατεψυγμένων γευμάτων P.F. Chang’s της ConAgra, ενώ μεταλλικά θραύσματα είχαν εντοπιστεί από εργαζόμενο κατά τη χρήση της ζάχαρης για την παρασκευή σάλτσας.
Συνολικά η τωρινή ανάκληση αφορά περίπου 768.500 κιλά, ή 768,5 μετρικούς τόνους, Light Brown Sugar και Powdered Sugar. Στις καταχωρίσεις περιλαμβάνονται επαγγελματικές συσκευασίες από 11 έως 22 κιλά, αλλά και μικρές συσκευασίες περίπου 1 κιλού (Good & Gather Powdered Sugar) που διανέμονται από την αλυσίδα λιανικής Target.
Ως αιτία αναφέρεται πιθανή επιμόλυνση με κόκκους ή υλικό σιταριού. Το ζήτημα αφορά την ασφάλεια ατόμων με αλλεργία στο σιτάρι, καθώς πρόκειται για αλλεργιογόνο που δεν αναμένεται να περιέχεται σε καθαρή ζάχαρη και ενδέχεται να μην αναγράφεται στην επισήμανση. Η ανάκληση είναι εθελοντική, παραμένει σε εξέλιξη και αφορά προϊόντα που διανεμήθηκαν σε Iowa, Illinois, Indiana, Kansas, Minnesota, Ohio, Pennsylvania και Texas.
Σε επίπεδο παραγωγής και εφοδιαστικής αλυσίδας, παρουσία ενός ξένου αλλεργιογόνου μπορεί να συνδέεται με κοινόχρηστο εξοπλισμό μεταφοράς, αποθήκευσης ή συσκευασίας, με ανεπαρκή καθαρισμό μετά τη διαχείριση άλλου προϊόντος ή με διασταυρούμενη επιμόλυνση κατά τη μεταφορά και αποθήκευση. Στη συγκεκριμένη ανάκληση, πάντως, δεν έχει δημοσιοποιηθεί μέχρι στιγμής αποτέλεσμα διερεύνησης που να ταυτοποιεί την ακριβή πηγή ή το στάδιο στο οποίο το σιτάρι ενδέχεται να ήρθε σε επαφή με τη ζάχαρη.
Η διάθεση της ζάχαρης ως πρώτης ύλης δημιουργεί ένα επιπλέον ζήτημα για την ιχνηλασιμότητα στη βιομηχανία. Ένας επαγγελματίας μπορεί να χρησιμοποιήσει έναν σάκο ζάχαρης για την παραγωγή μεγάλου αριθμού μερίδων ή τελικών προϊόντων, ενώ μια βιομηχανία μπορεί να ενσωματώσει πολύ μεγαλύτερες ποσότητες σε μία ή περισσότερες γραμμές παραγωγής. Εφόσον κάποια από τις συγκεκριμένες παρτίδες είχε ήδη χρησιμοποιηθεί πριν από την ενημέρωση για την ανάκληση, χρειάζεται να εντοπιστούν τα τελικά προϊόντα στα οποία ενσωματώθηκε και οι πελάτες στους οποίους αυτά διατέθηκαν.
Για τις επιχειρήσεις τροφίμων το κρίσιμο στοιχείο είναι επομένως η πορεία της πρώτης ύλης μετά την αρχική πώληση. Η ζάχαρη χρησιμοποιείται σε ευρύ φάσμα προϊόντων, από αρτοσκευάσματα, μπισκότα και γλυκά μέχρι δημητριακά, γαλακτοκομικά επιδόρπια και ποτά. Αν μια επηρεαζόμενη παρτίδα χρησιμοποιήθηκε ως συστατικό σε άλλο τρόφιμο, η διερεύνηση μεταφέρεται στις παρτίδες παραγωγής του συγκεκριμένου τροφίμου, στις ημερομηνίες παρασκευής και στους επόμενους κρίκους της διανομής. Εφόσον υπάρχει παρουσία σιταριού χωρίς σχετική δήλωση στην επισήμανση, προκύπτει επιπλέον θέμα διαχείρισης αλλεργιογόνου για τα παραγόμενα τρόφιμα.
Ο αριθμός των πιθανών επαγγελματικών παραληπτών δεν μπορεί να εξαχθεί αξιόπιστα μόνο από το συνολικό βάρος. Μερικές μεγάλες βιομηχανίες μπορούν να απορροφήσουν εκατοντάδες τόνους, ενώ η ίδια ποσότητα κατανεμημένη σε αρτοποιεία, ζαχαροπλαστεία, ξενοδοχεία και επιχειρήσεις εστίασης θα μπορούσε να φτάσει σε χιλιάδες σημεία. Χωρίς τη δημοσιοποίηση των consignee records ή αναλυτικών στοιχείων διανομής, οποιαδήποτε συγκεκριμένη εκτίμηση για αριθμό επιχειρήσεων θα ήταν υποθετική.