Το Cibum είναι εξειδικευμένο site ενημέρωσης για την ασφάλεια τροφίμων και τη βιομηχανία. Οι πληροφορίες του άρθρου έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα. Για περισσότερες λεπτομέρειες πατήστε ΕΔΩ.
Τα Shiga toxin-producing Escherichia coli (STEC) είναι τροφιμογενή παθογόνα βακτήρια και αποτελούν σημαντική αιτία λοιμώξεων που συνδέονται με την κατανάλωση μολυσμένων τροφίμων. Πρόκειται για στελέχη του E. coli που παράγουν τοξίνες Shiga, οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν βλάβες κυρίως στο έντερο και στους νεφρούς. Σύμφωνα με το ECDC και την EFSA, η μετάδοση στον άνθρωπο μπορεί να γίνει μέσω μολυσμένων τροφίμων και νερού, αλλά και μέσω άμεσης επαφής με ζώα ή μολυσμένα άτομα. Το ECDC επισημαίνει ότι οι τοξίνες αυτές μπορούν να προσβάλουν μικρά αιμοφόρα αγγεία, ιδιαίτερα στο πεπτικό σύστημα και στους νεφρούς. Όλα τα STEC θεωρούνται δυνητικά παθογόνα, ενώ ορισμένοι τύποι συνδέονται συχνότερα με αιματηρή διάρροια και σοβαρές επιπλοκές.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ελληνικό μαγειρικό λάδι με βιομηχανικούς ρύπους πάνω από τα όρια – Δυνητικά σοβαρός ο κίνδυνος
Η λοίμωξη μπορεί να προκαλέσει έντονες κοιλιακές κράμπες, πόνο, εμετούς και διάρροια, η οποία συχνά είναι αιματηρή. Η σοβαρότερη επιπλοκή είναι το αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο, γνωστό ως HUS, το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε οξεία νεφρική ανεπάρκεια, αιμορραγικές και νευρολογικές εκδηλώσεις. Το ECDC αναφέρει ότι περίπου 8% των ασθενών με STEC μπορεί να αναπτύξουν HUS, με τα παιδιά και τους ηλικιωμένους να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο σοβαρής νόσου. Η EFSA επίσης συνδέει τα STEC με αιματηρή διάρροια και HUS. Τα ευρωπαϊκά επιδημιολογικά δεδομένα δείχνουν το μέγεθος του προβλήματος. Για το 2023, 30 χώρες της ΕΕ και του ΕΟΧ ανέφεραν 10.901 επιβεβαιωμένα κρούσματα STEC. Καταγράφηκαν 522 περιπτώσεις HUS, από τις οποίες το 60% αφορούσε παιδιά ηλικίας έως τεσσάρων ετών και ακόμη 19% παιδιά 5–14 ετών. Τα στοιχεία δημοσιεύθηκαν από το ECDC το 2025. Η μολυσματική δόση μπορεί να είναι πολύ χαμηλή, ακόμη και μικρότερη από 100 βακτήρια.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Το “κόλπο” μεγάλης γαλακτοβιομηχανίας για να μην πετάει τα απούλητα γιαούρτια
Μέσα σε αυτή την κατηγορία κινδύνου εντάσσεται ο ευρωπαϊκός συναγερμός που γνωστοποιήθηκε μέσω RASFF, για ψιλοκομμένο μαϊντανό προέλευσης Γαλλίας. Η κοινοποίηση έγινε από το Λουξεμβούργο στις 11 Σεπτεμβρίου 2026 και ταξινομήθηκε ως «Alert notification», με την απόφαση κινδύνου να χαρακτηρίζεται «Serious». Η εργαστηριακή εξέταση κατέγραψε παρουσία παθογόνου Escherichia coli σε κατεψυγμένο ψιλοκομμένο πλατύφυλλο μαϊντανό.
Το προϊόν είναι ο κατεψυγμένος μαϊντανός «PERSIL COUPE PLAT» της Picard, σε συσκευασία 250 γραμμαρίων, με GTIN 3270160022779, αριθμό παρτίδας 26CD000307 και ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας 29 Νοεμβρίου 2027. Η επίσημη γαλλική ανάκληση της 24ης Σεπτεμβρίου αναφέρει ως αιτία την παρουσία STEC. Στη Γαλλία το συγκεκριμένο προϊόν είχε διατεθεί από τις 31 Ιουλίου έως τις 23 Σεπτεμβρίου 2026.
Η κοινοποίηση στο ευρωπαϊκό σύστημα περιλαμβάνει τη Γαλλία ως χώρα προέλευσης και το Λουξεμβούργο ως χώρα που γνωστοποίησε το περιστατικό. Στα στοιχεία διανομής εμφανίζονται το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο, η Νέα Καληδονία και η Σιγκαπούρη. Στο Βέλγιο ανακοινώθηκε επίσης ανάκληση του ίδιου κατεψυγμένου μαϊντανού Picard, με παρτίδα 26CD000307 και ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας 29/11/2027. Η υπόθεση ξεπερνά την αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς ως χώρα διανομής αναφέρεται και η Σιγκαπούρη.
Οι καταναλωτές που διαθέτουν το συγκεκριμένο προϊόν κλήθηκαν να ελέγξουν προσεκτικά τον αριθμό παρτίδας και να μην το καταναλώσουν εφόσον πρόκειται για την 26CD000307. Η γαλλική ανακοίνωση ζητά επιστροφή του προϊόντος στο σημείο πώλησης. Όποιος το έχει ήδη καταναλώσει και εμφανίσει διάρροια, ιδιαίτερα αιματηρή, κοιλιακό πόνο ή εμετούς, πρέπει να επικοινωνήσει με γιατρό και να αναφέρει την κατανάλωση του ανακληθέντος προϊόντος.
Ο μαϊντανός μπορεί να μολυνθεί με STEC σε αρκετά σημεία από το χωράφι μέχρι τη συσκευασία. Η βασική δεξαμενή των STEC είναι τα μηρυκαστικά, ιδιαίτερα τα βοοειδή, τα οποία μπορούν να φέρουν το βακτήριο στο έντερό τους χωρίς να νοσούν και να το αποβάλλουν με τα κόπρανα. Έτσι, η μόλυνση ενός φυλλώδους λαχανικού ή αρωματικού φυτού μπορεί να προκύψει από νερό άρδευσης μολυσμένο με κόπρανα, κοπριά που δεν έχει υποστεί επαρκή επεξεργασία, απορροή από κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις ή παρουσία ζώων στο χωράφι. Μετά τη συγκομιδή, πιθανές πηγές είναι το νερό πλύσης, ο εξοπλισμός κοπής και επεξεργασίας, οι επιφάνειες ή διασταυρούμενη επιμόλυνση από άλλη πρώτη ύλη.
H κατάψυξη δεν πρέπει να θεωρείται διαδικασία εξουδετέρωσης του STEC. Μπορεί να περιορίσει την ανάπτυξη των βακτηρίων, αλλά δεν εγγυάται ότι τα καταστρέφει. Επομένως, μόλυνση που συνέβη πριν από την κατάψυξη μπορεί να εξακολουθεί να αποτελεί κίνδυνο όταν το προϊόν καταναλωθεί.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Τέλος στις χρεώσεις από καταχρηστικές ρήτρες βάζει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο – Τι σημαίνει για τηλεφωνία, ρεύμα, αέριο και τράπεζες
- Στην Εισαγγελία υπόθεση ελληνικής γαλακτοβιομηχανίας – «Δύο φορές υπότροπη» και εισήγηση προστίμου 47.507 ευρώ
- Ανάκληση φέτας ΠΟΠ ελληνικής γαλακτοβιομηχανίας από μεγάλα σουπερμάρκετ – Νεότερα στοιχεία από το RASFF για την απόσυρση
- Ελλάδα: Επικίνδυνη μυκοτοξίνη έως 245% πάνω από το όριο σε φορτία με σύκα – Οι επιπτώσεις σε νεφρούς και DNA
- Ανακαλούνται πάνω από 2,2 εκατομμύρια οικογενειακά παγωτά – Δεύτερη ανάκληση της ίδιας γεύσης σε 9 μήνες
- Ταχίνι: Εντοπίστηκε και άλλη μάρκα με σαλμονέλα – Ανακοίνωση ανάκλησης
- Οι φακές κερδίζουν το κρέας: Η νέα καταναλωτική τάση που εξαπλώνεται διεθνώς