© Cibum. Απαγορεύεται αυστηρά κάθε αντιγραφή, αναπαραγωγή, αναδημοσίευση ή χρήση, ολική ή μερική, χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια του Cibum. Κάθε παράβαση συνιστά προσβολή πνευματικής ιδιοκτησίας και επισύρει τις προβλεπόμενες από τον νόμο κυρώσεις.
Η Ωχρατοξίνη Α είναι μυκοτοξίνη που παράγεται από είδη μυκήτων των γενών Aspergillus και Penicillium και μπορεί να εντοπιστεί σε δημητριακά και προϊόντα δημητριακών, καφέ, κακάο, αποξηραμένα φρούτα, κρασί, προϊόντα σταφυλιού, μπαχαρικά και ορισμένα τρόφιμα ζωικής προέλευσης. Η επιμόλυνση μπορεί να συμβεί πριν ή μετά τη συγκομιδή και επηρεάζεται από παράγοντες όπως η θερμοκρασία, η υγρασία και οι συνθήκες αποθήκευσης.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Φασόλια, φακές, ρεβίθια: Πρέπει να αφαιρούμε τον αφρό όταν βράζουν; Τι λέει η επιστήμη
Η παρουσία της Ωχρατοξίνης Α στα τρόφιμα αποτελεί αντικείμενο συστηματικής επιστημονικής παρακολούθησης και ελέγχων ασφάλειας τροφίμων, λόγω των τοξικών ιδιοτήτων της. Κύριο όργανο-στόχος θεωρούνται οι νεφροί, ενώ σε πειραματικές μελέτες έχουν καταγραφεί επίσης επιδράσεις στο ανοσοποιητικό και στο ήπαρ, νευροτοξικότητα, τερατογόνος και καρκινογόνος δράση. Ο Διεθνής Οργανισμός Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC) την έχει κατατάξει στην Ομάδα 2B, δηλαδή στις ουσίες που χαρακτηρίζονται «πιθανώς καρκινογόνες για τον άνθρωπο». Η μακροχρόνια πρόσληψη μέσω μολυσμένων τροφίμων είναι εκείνη που εξετάζεται κατά την αξιολόγηση του κινδύνου για τους καταναλωτές.
Η έκθεση των καταναλωτών στην Ωχρατοξίνη Α έγινε αντικείμενο ειδικής αξιολόγησης από το Κρατικό Γενικό Χημείο του Υπουργείου Υγείας της Κύπρου. Η εργασία του Demetris Kafouris, με τίτλο «Assessment of Dietary Exposure to Ochratoxin A and Associated Health Risks in the Cypriot Population», δημοσιεύθηκε στο Food Risk Assess Europe της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA).
Στόχος ήταν να υπολογιστεί πόση Ωχρατοξίνη Α προσλαμβάνει ο κυπριακός πληθυσμός μέσω της διατροφής, ποιες ηλικιακές ομάδες εκτίθενται περισσότερο και ποια τρόφιμα συμβάλλουν περισσότερο στη συνολική πρόσληψη. Για τους υπολογισμούς χρησιμοποιήθηκαν εργαστηριακά αποτελέσματα του Κρατικού Γενικού Χημείου από το 2008 έως το 2024, με εθνικά δεδομένα κατανάλωσης τροφίμων, τα οποία κάλυπταν 228 είδη τροφίμων. Συνδυάστηκαν με στοιχεία της εθνικής διατροφικής έρευνας 2014–2018, η οποία περιλάμβανε 82.921 καταγραφές κατανάλωσης από 1.661 άτομα διαφορετικών ηλικιών και περιοχών της Κύπρου.
Η αξιολόγηση έδειξε ότι, για τον γενικό πληθυσμό της Κύπρου, η έκθεση βρίσκεται σε επίπεδα που χαρακτηρίζονται χαμηλής ανησυχίας για την υγεία όμως τα νήπια και τα παιδιά, καταγράφουν τις υψηλότερες τιμές έκθεσης. Στους ενήλικες, η μέση ημερήσια πρόσληψη υπολογίστηκε σε 0,0008 μικρογραμμάρια ανά κιλό σωματικού βάρους. Ακόμη και μεταξύ των καταναλωτών με αρκετά υψηλότερη έκθεση από τον μέσο όρο, η εκτιμώμενη πρόσληψη είναι περίπου 0,0019 μικρογραμμάρια ανά κιλό σωματικού βάρους την ημέρα. Οι τιμές αυτές είναι χαμηλότερες από εκείνες που είχε εκτιμήσει η EFSA χρησιμοποιώντας δεδομένα από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες.
Τα νήπια 12–35 μηνών εμφανίζουν την υψηλότερη μέση έκθεση και ακολούθησαν τα παιδιά 3–9 ετών. Στα νήπια η μέση πρόσληψη είναι περίπου 0,00147 μικρογραμμάρια ανά κιλό σωματικού βάρους ημερησίως και στα παιδιά 3–9 ετών 0,00129 μικρογραμμάρια. Οι έφηβοι και οι ενήλικες βρίσκονταν χαμηλότερα, ενώ οι μικρότερες μέσες τιμές καταγράφηκαν στους ηλικιωμένους και στα βρέφη.
Η μεγαλύτερη έκθεση των μικρών παιδιών σχετίζεται κυρίως με το γεγονός ότι καταναλώνουν περισσότερη τροφή σε σχέση με το σωματικό τους βάρος. Στην αξιολόγηση των πιθανών καρκινογόνων επιδράσεων, τα νήπια και τα παιδιά 3–9 ετών είναι οι ομάδες που πλησίασαν περισσότερο το επίπεδο που χρησιμοποιείται για την εκτίμηση πιθανής ανησυχίας. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι αυτό δεν υποδηλώνει άμεσο κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, αλλά υψηλότερη έκθεση σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ηλικιακές ομάδες και ανάγκη συνέχισης της παρακολούθησης των τροφίμων που καταναλώνουν συχνά τα μικρά παιδιά.
Στα νήπια, τα τρόφιμα που συμβάλουν περισσότερο στη συνολική έκθεση ήταν τα ζυμαρικά με 14,9%, το ψωμί με 12,2%, τα αποξηραμένα φρούτα με 11,8% και το κρέας κοτόπουλου με 10%. Στους ενήλικες η εικόνα είναι διαφορετική: ο καφές αντιστοιχούσε στο 25,1% της συνολικής πρόσληψης Ωχρατοξίνης Α και ακολουθεί το κρέας με 9,6%, το ψωμί με 9,5% και τα μπαχαρικά με 7,2%. Τα ποσοστά περιγράφουν τη συμμετοχή κάθε κατηγορίας στη συνολική έκθεση και όχι το ποσοστό των τροφίμων που βρέθηκαν μολυσμένα.
Οι διαφορές μεταξύ των γεωγραφικών περιοχών της χώρας ήταν μικρές, με παρόμοια επίπεδα έκθεσης σε όλη την Κύπρο. Η αξιολόγηση αναφέρει ότι η σημερινή διατροφική έκθεση στην Ωχρατοξίνη Α δεν δημιουργεί σημαντική ανησυχία για τη δημόσια υγεία στον γενικό πληθυσμό, παράλληλα όμως, προτείνει συνεχή επιτήρηση της παρουσίας της μυκοτοξίνης στα τρόφιμα, ιδιαίτερα σε εκείνα που καταναλώνονται συχνά από μικρά παιδιά.
Πηγή: Kafouris D. (2026), Assessment of Dietary Exposure to Ochratoxin A and Associated Health Risks in the Cypriot Population, Food Risk Assess Europe (EFSA), State General Laboratory, Ministry of Health, Cyprus. Δημοσίευση στο Food Risk Assess Europe της EFSA.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Φράουλες: Ομαδική αγωγή κατά της μεγαλύτερης εταιρείας στον κόσμο – Κατηγορίες για φυτοφάρμακα και χημικές ουσίες
- Ανακαλείται Κρητικό Παρθένο Ελαιόλαδο από τα ράφια των σούπερ μάρκετ στις ΗΠΑ – Πρόσθεσαν συστατικό που το έκανε ακατάλληλο για κατανάλωση
- Μπλόκο σε παρτίδες αυγών μετά την ανίχνευση εντομοκτόνου σε δείγμα – Σε εξέλιξη η έρευνα των Αρχών για την προέλευσή τους
- Απίστευτο βίντεο: Εργαζόμενος fast food ψεκάζει τον απορροφητήρα με καθαριστικό πατώντας πάνω στην φριτέζα που τηγανίζει!