Αντιμέτωπη με ομαδική αγωγή καταναλωτών βρίσκεται η Driscoll’s, η μεγαλύτερη εταιρεία παραγωγής μούρων στον κόσμο, κατηγορούμενη για παραπλανητικό μάρκετινγκ σε σχέση με τους ισχυρισμούς που αφορούν τα προϊόντα της και συγκεκριμένα τις φράουλες.
Σύμφωνα με την αγωγή, έξι καταναλωτές από τη Νέα Υόρκη, το Νιου Τζέρσεϊ, τη Μασαχουσέτη και το Ιλινόις υποστηρίζουν ότι εργαστηριακές αναλύσεις σε φράουλες της Driscoll’s εντόπισαν υπολείμματα 12 διαφορετικών φυτοφαρμάκων αλλά και χημικές ουσίες που χαρακτηρίστηκαν στην έκθεση ως PFAS. Η αγωγή υποστηρίζει ότι τα επίπεδα ορισμένων από αυτές τις ουσίες υπερέβαιναν τα όρια που επιτρέπονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σε άλλες χώρες. Πρόκειται για έναν ιδιαίτερα σοβαρό ισχυρισμό, καθώς τα ανώτατα επιτρεπόμενα επίπεδα υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων διαφέρουν ανάλογα με τη δραστική ουσία και τη δικαιοδοσία και η συμμόρφωση ενός προϊόντος πρέπει να αξιολογείται με βάση τα ισχύοντα νομοθετικά όρια της αγοράς στην οποία διατίθεται.
Παράλληλα με τη δικαστική διαμάχη, η Driscoll’s έχει βρεθεί εδώ και χρόνια στο στόχαστρο τοπικών ακτιβιστών στην Καλιφόρνια, οι οποίοι αντιδρούν στη χρήση φυτοφαρμάκων κοντά σε σχολεία και ζητούν την αύξηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων βιολογικής παραγωγής. Η νομοθεσία της Πολιτείας περιορίζει τη χρήση φυτοφαρμάκων σε απόσταση μικρότερη του ενός τετάρτου του μιλίου από σχολεία. Ωστόσο, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η χρήση αέριων υποκαπνιστικών ουσιών, καθώς, σε περίπτωση διαρροής από τα καλύμματα που χρησιμοποιούνται για να συγκρατούν τους ατμούς στα ανοιχτά χωράφια, οι ουσίες αυτές μπορούν να μεταφερθούν με τον άνεμο σε μεγαλύτερες αποστάσεις.
Μεταξύ των επιπτώσεων που έχουν διερευνηθεί περιλαμβάνονται ορισμένες μορφές καρκίνου, μαθησιακές δυσκολίες, μειωμένος δείκτης νοημοσύνης και άλλες νευρολογικές επιδράσεις. Το ζήτημα έχει προκαλέσει αντιδράσεις στην τοπική κοινωνία, ιδιαίτερα λόγω της γειτνίασης γεωργικών εκτάσεων με σχολικές εγκαταστάσεις.
Η καταγγελία πρώην στελέχους ασφάλειας τροφίμων
Η υπόθεση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από μια ξεχωριστή νομική ενέργεια που κατατέθηκε τον Ιούλιο από τον David Harada, πρώην διευθυντή της Driscoll’s για θέματα ασφάλειας τροφίμων και κανονιστικής συμμόρφωσης στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά. Ο Harada υποστηρίζει ότι απολύθηκε παράνομα αφού εξέφρασε ανησυχίες σχετικά με φερόμενες παραβιάσεις των ορίων χρήσης φυτοφαρμάκων από ορισμένους παραγωγούς που συνεργάζονται με την εταιρεία.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην υπόθεση, ο πρώην υπεύθυνος φέρεται να είχε προειδοποιήσει στελέχη της εταιρείας ότι ορισμένα προϊόντα ενδέχεται να πωλούνταν ή να εξάγονταν κατά παράβαση της νομοθεσίας για την ασφάλεια των τροφίμων και τα φυτοφάρμακα. Ο ίδιος φέρεται να υποστηρίζει ακόμη ότι, αντί να αντιμετωπιστούν οι καταγγελλόμενες παραβάσεις, του ζητήθηκε να δώσει προτεραιότητα στα κέρδη και να δημιουργήσει «εύλογη άρνηση ευθύνης» (plausible deniability).
Η νέα CEO και η οικογενειακή διαδοχή
Οι εξελίξεις έφεραν και αλλαγή στην ηγεσία της εταιρείας. Ο Soren Bjorn, ο οποίος κατείχε τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου της Driscoll’s Inc., με έδρα το Watsonville της Καλιφόρνια, αποχωρεί από τη θέση του και αντικαθίσταται, με άμεση ισχύ, από την Brie Reiter Smith. Η Brie Reiter Smith, που αναλαμβάνει άμεσα τα καθήκοντα της CEO, έχει ισχυρούς οικογενειακούς δεσμούς με την εταιρεία. Είναι δισέγγονη ενός από τους συνιδρυτές της Driscoll’s και κόρη του πρώην CEO J. Miles Reiter.
Η Smith ανέλαβε τον Ιανουάριο τη θέση της αντιπροέδρου του διοικητικού συμβουλίου και έχει εργαστεί σε διαφορετικούς ρόλους στην εταιρεία για περισσότερα από δέκα χρόνια. Στο παρελθόν έχει ασχοληθεί με την καλλιέργεια blueberries στη Χιλή, ενώ έχει αναλάβει θέσεις που σχετίζονται με την ποιότητα και την ανάπτυξη προϊόντων σε ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο. Έχει επίσης υπηρετήσει ως μέλος και αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου.
Ο J. Miles Reiter παραμένει εκτελεστικός πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου. Η Driscoll’s είναι ιδιωτική οικογενειακή επιχείρηση, η οποία ανήκει στους απογόνους των οικογενειών που συνδέονται με την ίδρυσή της, τους Reiter και τους Driscoll.
Δεν καλλιεργεί η ίδια όλες τις φράουλες
Ένα ακόμη στοιχείο που έχει σημασία για την κατανόηση του μοντέλου λειτουργίας της εταιρείας είναι ότι η Driscoll’s δεν κατέχει και δεν καλλιεργεί απευθείας όλες τις γεωργικές εκτάσεις από τις οποίες προέρχονται τα προϊόντα της. Η εταιρεία παραχωρεί άδειες για τις ιδιόκτητες ποικιλίες berries που έχει αναπτύξει σε ένα παγκόσμιο δίκτυο ανεξάρτητων οικογενειακών παραγωγών. Το μοντέλο αυτό σημαίνει ότι η παραγωγή πραγματοποιείται από ένα ευρύτερο δίκτυο συνεργαζόμενων καλλιεργητών και όχι αποκλειστικά από ιδιόκτητες φάρμες της Driscoll’s.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται να είναι κρίσιμο για την Driscoll’s, καθώς οι δικαστικές διαδικασίες θα μπορούσαν να ρίξουν περισσότερο φως τόσο στους ισχυρισμούς για τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων όσο και στις καταγγελίες του πρώην στελέχους της εταιρείας. Την ίδια ώρα, η ανάληψη της ηγεσίας από την Brie Reiter Smith σηματοδοτεί μια νέα περίοδο για την οικογενειακή επιχείρηση, η οποία βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με αυξημένο δημόσιο και νομικό έλεγχο σχετικά με τις πρακτικές παραγωγής και τον έλεγχο της εφοδιαστικής της αλυσίδας.
Το Cibum είναι εξειδικευμένο site ενημέρωσης για την ασφάλεια τροφίμων. Οι πληροφορίες του άρθρου έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα. Για περισσότερες λεπτομέρειες πατήστε ΕΔΩ.