Εκτίμηση κινδύνου τοξικών και δυνητικά τοξικών μετάλλων στο νωπό γάλα κατσίκας
Τα ιχνοστοιχεία όπως ο σίδηρος (Fe), ο χαλκός (Cu), ο ψευδάργυρος (Zn), το μαγγάνιο (Mn), το χρώμιο (Cr) και το νικέλιο (Ni) είναι απαραίτητα για τη μεταβολική ομοιόσταση, όμως όταν οι συγκεντρώσεις τους ξεπερνούν τα φυσιολογικά όρια μπορούν να γίνουν επιβλαβή. Ενδεικτικά, το μαγγάνιο, παρότι κρίσιμο για τη ρύθμιση ενζύμων, έχει συσχετιστεί με νευροτοξικότητα όταν συσσωρεύεται στο κεντρικό νευρικό σύστημα, ενώ η αυξημένη πρόσληψη νικελίου έχει συνδεθεί με αντιδράσεις υπερευαισθησίας και συστηματική τοξικότητα. Αυτή η «διττή φύση»—αναγκαιότητα στη διατροφή έναντι κινδύνου υπερφόρτωσης—καθιστά επιβεβλημένη τη συστηματική ποσοτικοποίηση τόσο των τοξικών όσο και των απαραίτητων στοιχείων στο γάλα κατσίκας, σε διαφορετικά περιβαλλοντικά πλαίσια.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Lidl Se: Η ανάκληση τροφίμου ευρείας κατανάλωσης συνδέεται με επιδημία σαλμονέλας – 7 τροφικές δηλητηριάσεις
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Συναγερμός για μολυσμένο σπανάκι – Απανωτές ανακλήσεις
Το κατσικίσιο γάλα έχει σημαντική διατροφική και πολιτισμική αξία διεθνώς, αλλά η ασφάλειά του σε σχέση με τα τοξικά και τα ιχνοστοιχεία δεν διερευνηθεί. Η έλλειψη γεωγραφικά ισορροπημένης επιτήρησης και η μεγάλη διακύμανση της επιμόλυνσης μεταξύ αγροτικών, αστικών και βιομηχανικών περιοχών δυσκολεύουν την αξιόπιστη εκτίμηση έκθεσης του ανθρώπου. Με αυτή τη βάση, συστηματική ανασκόπηση, που δημοσιεύτηκε στο comprehensive review in food science and food safety, αντιμετώπισε το ωμό κατσικίσιο γάλα ως «δείκτη-φρουρό» χρόνιας έκθεσης σε τοξικά και δυνητικά τοξικά στοιχεία, με τον κίνδυνο να επηρεάζεται έντονα από το σύστημα παραγωγής και το περιβάλλον. Στόχος ήταν η σύνθεση στοιχείων από 20 μελέτες στην Ευρώπη, την Ασία και τη Βόρεια Αφρική, με ποσοτικοποίηση τοξικών μετάλλων (αρσενικό, μόλυβδος, κάδμιο, υδράργυρος) και απαραίτητων ιχνοστοιχείων (χρώμιο, νικέλιο, χαλκός, ψευδάργυρος, σίδηρος, μαγγάνιο, αλουμίνιο) σε σύγκριση με όρια/οδηγίες του ΠΟΥ, της EFSA και του IOM.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ψωμί του τοστ ολικής: Φυτοφάρμακα, ζάχαρη ακόμη και βαφές για να φαίνεται «σκούρο» εντόπισε εργαστηριακός έλεγχος
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Γιατί οι εταιρείες απαγορεύουν τις σχέσεις μεταξύ των εργαζομένων;
Η αναζήτηση (Μάιος–Ιούλιος 2024) περιορίστηκε σε άρθρα στα αγγλικά που μέτρησαν και ανίχνευσαν μέταλλα σε ωμό κατσικίσιο γάλα· αποκλείστηκαν μελέτες σε επεξεργασμένο γάλα, πειραματικές παρεμβάσεις εμπλουτισμού και έρευνες σε άλλα μηρυκαστικά. Το ερευνητικό ερώτημα εστίασε στις πραγματικές συγκεντρώσεις των μετάλλων, στις συσχετίσεις με περιβαλλοντικούς παράγοντες (βιομηχανική δραστηριότητα, γεωργικές πρακτικές, ποιότητα νερού), στη γεωγραφική διακύμανση, στους δείκτες έκθεσης και κινδύνου για διαφορετικούς πληθυσμούς, και στα συχνότερα ευρήματα μετάλλων και πιθανές πηγές τους.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Παραλείπεις το πρωινό και τρως αργά το βράδυ; Αυξάνεις τον κίνδυνο καταγμάτων – Νέα έρευνα
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ποιο είδος μαρουλιού είναι πιο θρεπτικό;
Τα αποτελέσματα έδειξαν έντονη ετερογένεια μεταξύ περιοχών. Ο μόλυβδος έφτασε τα 0,382 ± 0,0026 mg/L, ενώ το χρώμιο κορυφώθηκε στα 16,423 ± 0,349 mg/L και σε άλλη περιοχή στα 14,211 ± 0,205 mg/L.Για τα παιδιά, οι εκτιμώμενες ημερήσιες προσλήψεις για το χρώμιο υπολογίστηκαν έως περίπου 0,274 mg ανά kg σωματικού βάρους την ημέρα, ενώ οι δείκτες μη καρκινικού κινδύνου (THQ) και ο συνολικός δείκτης κινδύνου (HI) υπερέβησαν τα όρια ασφαλείας ακόμη και κατά τάξεις μεγέθους. Συνολικά, ο μόλυβδος και το κάδμιο αναδείχθηκαν σε επίμονους κινδύνους σε αγροτικά και βιομηχανικά συστήματα, το χρώμιο και το νικέλιο εμφάνισαν ακραίες συσσωρεύσεις σε πετροχημικά τοπία, και ακόμη και απαραίτητα στοιχεία όπως ο ψευδάργυρος, ο χαλκός και ο σίδηρος εντοπίστηκαν συχνά σε επίπεδα ικανά να διαταράξουν τη φυσιολογική ισορροπία. Την υψηλότερη ευαλωτότητα φάνηκε να έχουν τα παιδιά. Ωστόσο θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι έρευνες, που συμπεριλήφθηκαν στην ανασκόπηση, έγιναν σε πολύ λίγες χώρες της Ευρώπης και καμία από την Ελλάδα.
Το συμπέρασμα της ανασκόπησης είναι ότι το ωμό κατσικίσιο γάλα, πέρα από θρεπτική πηγή, λειτουργεί και ως συνεπής φορέας έκθεσης σε τοξικά στοιχεία, αλλά και ως βιοδείκτης διάχυτης περιβαλλοντικής ρύπανσης. Η προστασία της δημόσιας υγείας απαιτεί εναρμονισμένα και προσαρμοσμένα ανά περιοχή προγράμματα παρακολούθησης, αυστηρότερη χημική επιτήρηση με ανάλυση μορφών/ειδών των στοιχείων, μοντέλα κινδύνου που λαμβάνουν υπόψη αλληλεπιδράσεις και αβεβαιότητα, καθώς και ιχνηλάτηση πηγών ρύπανσης. Μόνο με τέτοιες ολοκληρωμένες προσεγγίσεις μπορεί να αξιοποιηθεί ο διπλός ρόλος του κατσικίσιου γάλακτος—ως τρόφιμο και ως «διαγνωστικό» υπόστρωμα—ώστε να ενημερωθεί τεκμηριωμένα η πολιτική και να θωρακιστεί η δημόσια υγεία τονίζουν στην ανασκόπηση οι ερετυνητές.
Αναφορά: Arlen Carvalho de Oliveira Almeida, Παλόμα Αλμέιντα Ροντρίγκες, Μάριον Περέιρα ντα Κόστα, Κάρλος Άνταμ Κόντε-Τζούνιο
Αυτή η μελέτη υποστηρίχθηκε από το Fundação de Amparo à Pesquisa do Estado do Rio de Janeiro (FAPERJ) Βραζιλία (Grants E-26/200.891/2021 and E26/204.078/2022), το Conselho Nacional de Desenvolvicogimento Technologies (Grants 313119/2020-1 (CACJ), 303074.2021.3 (MPC), 175429/2023–5 (PAR)), και το Coordenação de Aperfeiçoamento de Pessoal de Nível Superior (CAPES0) Code01 (Οικονομικά) Βραζιλία).