Η τάση για άμεση επιβράβευση συνδέεται με έντεκα περιοχές του γονιδιώματος και ένα ευρύ φάσμα ψυχικών διαταραχών
Μια νέα γενετική μελέτη ρίχνει φως στις βιολογικές ρίζες της παρορμητικής λήψης αποφάσεων, συνδέοντάς την με έναν μεγάλο αριθμό κινδύνων για την υγεία και την ψυχική υγεία. Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Σαν Ντιέγκο εντόπισαν έντεκα γενετικές περιοχές που σχετίζονται με την «έκπτωση καθυστέρησης» (delay discounting).
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Μολυσμένο βρεφικό γάλα: 107 τα μωρά σε θεραπεία για αλλαντίαση – Συναγερμός για τις συσκευασίες που βρίσκονται ακόμη στα ράφια
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανακαλείται κατσαρόλα με υψηλά επίπεδα τοξικού μολύβδου που μολύνει τα τρόφιμα
Ο όρος έκπτωση καθυστέρησης περιγράφει την τάση ενός ατόμου να προτιμά μικρότερες άμεσες ανταμοιβές έναντι μεγαλύτερων ανταμοιβών που παρέχονται με καθυστέρηση. Η συμπεριφορά αυτή θεωρείται βασικό χαρακτηριστικό της παρορμητικότητας.
Σύνδεση με ψυχικές παθήσεις
Η έρευνα αποκάλυψε πως αυτές οι γενετικές περιοχές που επηρεάζουν την παρορμητική επιλογή έχουν συσχετιστεί με ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων υγείας.
Συγκεκριμένα η παρορμητική λήψη αποφάσεων συνδέεται με ποικίλους ψυχιατρικούς κινδύνους. Αυτοί περιλαμβάνουν διαταραχές όπως ο εθισμός, η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), η διπολική διαταραχή και διαταραχές προσωπικότητας. Τα ευρήματα αυτά ενισχύουν την κατανόηση ότι η παρορμητικότητα δεν είναι ένα ενιαίο χαρακτηριστικό, αλλά ένα σύνθετο γνώρισμα με σαφή γενετική βάση.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | 200 κρούσματα γαστρεντερίτιδας σε νηπιαγωγεία – Λουκέτο στην εταιρεία catering που τα τροφοδοτούσε
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Boar’s Head: Νέες ανακλήσεις μολυσμένων τροφίμων από την εταιρεία που «εξαγόρασε» με $3,1 εκατ. 10 θανάτους και δεκάδες νοσηλείες
Η ανακάλυψη των συγκεκριμένων γονιδιακών συνδέσεων παρέχει νέες δυνατότητες για τη διερεύνηση της αιτιολογίας πολύπλοκων συμπεριφορών. Επίσης ανοίγει τον δρόμο για τη βελτίωση της διάγνωσης και την ανάπτυξη στοχευμένων θεραπειών για τις ψυχικές διαταραχές όπου η παρορμητικότητα διαδραματίζει κεντρικό ρόλο. Η μελέτη υπογραμμίζει την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα ώστε να βελτιωθεί η κατανόηση των νευροβιολογικών κυκλωμάτων που διέπουν αυτή τη συμπεριφορά