Η ραγδαία ανάπτυξη της αγοράς προϊόντων βαφής μαλλιών έχει φέρει στο προσκήνιο έντονες ανησυχίες, καθώς οι βαφές που χρησιμοποιούνται για μόνιμο αποτέλεσμα καταλαμβάνουν πλέον το 80% των συνολικών πωλήσεων της συγκεκριμένης κατηγορίας κοσμετολογίας παγκοσμίως. Παράλληλα με την ευρεία και καθημερινή χρήση τους, πληθαίνουν οι επιστημονικές προειδοποιήσεις από τη διεθνή δερματολογική κοινότητα για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχουν ορισμένα από τα χημικά συστατικά τους στο δέρμα.
Πρόσφατα επιδημιολογικά στοιχεία ανατρέπουν τα μέχρι τώρα δεδομένα, αποκαλύπτοντας ότι η ζημιά μπορεί να εκτείνεται πολύ πέρα από μια απλή επιφανειακή αλλεργική αντίδραση. «Μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού εκθέτει συστηματικά το δέρμα και τον οργανισμό του σε ισχυρούς χημικούς παράγοντες, αγνοώντας τους μακροπρόθεσμους κινδύνους. Νέες εργαστηριακές αναλύσεις ανεξάρτητων οργανισμών κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, καθώς ανίχνευσαν σε εμπορικές βαφές ίχνη τοξικών πτητικών οργανικών ενώσεων, όπως τολουόλιο, αλλά και φθαλικές ενώσεις.
Παρότι δεν είναι όλες οι βαφές ίδιες, από δερματολογική σκοπιά, οι ουσίες αυτές ενοχοποιούνται για την άμεση αποδιοργάνωση των λιπιδίων του κερατινοκυττάρου, την πρόκληση έντονης ξηροδερμίας μέσω της διαδερμικής απώλειας νερού, καθώς και για την πρόκληση τοπικής κυτταροτοξικότητας που αποδυναμώνει την άμυνα του δέρματος», επισημαίνει ο Δερματολόγος – Αφροδισιολόγος δρ Χρήστος Στάμου. Τα ευρήματα αυτά, σε συνδυασμό με τις τελευταίες δημοσιεύσεις μελετών, μετατοπίζουν το ενδιαφέρον της ιατρικής κοινότητας από την παραδοσιακή εξέταση των τριχών στην εις βάθος ανάλυση της κατάστασης του δέρματος.
Η επικινδυνότητα και οι επιπτώσεις στους χρήστες
Η βιβλιογραφία για τις βαφές μαλλιών αφορά κυρίως τολουενοδιαμίνες (toluene-2,5-diamine / p-toluylenediamine), οι οποίες είναι διαφορετικές ουσίες από το τολουόλιο (toluene). Η toluene-2,5-diamine (PTD ή TDA) είναι πράγματι γνωστό συστατικό οξειδωτικών/μόνιμων βαφών μαλλιών. Πρόκειται για πρόδρομη χρωστική ουσία και όχι για το ίδιο πράγμα με το πτητικό οργανικό διαλυτικό toluene.
Μελέτες έχουν επιβεβαιώσει την παρουσία της σε εμπορικές βαφές. Σε ανάλυση 52 προϊόντων από 11 χώρες, η toluene-2,5-diamine ανιχνεύθηκε σε προϊόντα, με την ουσία να είναι ιδιαίτερα συχνή στα ευρωπαϊκά προϊόντα. Τα ευρωπαϊκά προϊόντα που εξετάστηκαν είχαν συγκεντρώσεις εντός των τότε νομοθετικών ορίων. Υπάρχουν επίσης μελέτες που δείχνουν ότι η PTD μπορεί να προκαλέσει αλλεργική ευαισθητοποίηση. Σε ελληνική μελέτη 501 ατόμων με υποψία αλλεργικής δερματίτιδας από βαφές, η PPD ήταν το συχνότερο αλλεργιογόνο, ενώ ακολουθούσε μεταξύ άλλων η toluene-2,5-diamine.
Μάλιστα, συστηματική ανασκόπηση του 2023 εξέτασε τη γονοτοξικότητα των πρόδρομων ουσιών των οξειδωτικών βαφών και συμπεριέλαβε ειδικά την toluene-2,5-diamine αφού βρήκε ενδείξεις γονοτοξικού δυναμικού σε ορισμένες δοκιμές. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή/SCCS έχει επίσης αξιολογήσει ξεχωριστές ουσίες της οικογένειας των τολουενοδιαμινών στο πλαίσιο της ασφάλειας των βαφών μαλλιών
Όσον αφορά τις φθαλικές ενώσεις, η μεγάλη ανασκόπηση στο Chemical Research in Toxicology για τα συστατικά των βαφών μαλλιών αναφέρει συγκεκριμένα το di-n-butyl phthalate (DBP) ως ουσία που έχει παρουσιαστεί σε ορισμένες βαφές και προϊόντα προσωπικής φροντίδας. Οι συγγραφείς το κατατάσσουν μεταξύ των ουσιών με ενδοκρινική δράση που έχουν μελετηθεί σε σχέση με προϊόντα μαλλιών.
Υπάρχει μάλιστα νεότερη μελέτη σε κομμωτές που εξέτασε μεταβολίτες εννέα φθαλικών ενώσεων στα ούρα. Οι κομμωτές είχαν υψηλότερες συγκεντρώσεις ορισμένων μεταβολιτών σε σχέση με ομάδα εργαζομένων γραφείου, ενώ υψηλότερες τιμές παρατηρήθηκαν σε κομμωτές που παρείχαν υπηρεσίες όπως μόνιμη βαφή, ντεκαπάζ και άλλες χημικές εργασίες
Δερματίτιδες και διαταραχή του μικροβιώματος
Η εφαρμογή των μόνιμων οξειδωτικών βαφών δεν επηρεάζει μόνο την αισθητική εικόνα των μαλλιών, αλλά προκαλεί μια σειρά από βιολογικές και χημικές μεταβολές απευθείας στο δέρμα του κεφαλιού. Η πιο συχνή οξεία επιπλοκή είναι η αλλεργική δερματίτιδα εξ επαφής, με κύριο υπεύθυνο αλλεργιογόνο την ένωση p-phenylenediamine (PPD), η οποία μπορεί να προκαλέσει έντονο ερύθημα, κνησμό και οίδημα. Παράλληλα, η υψηλή αλκαλικότητα της αμμωνίας και η ισχυρή οξειδωτική δράση του υπεροξειδίου του υδρογόνου μπορούν να διαταράξουν την προστατευτική κεράτινη στοιβάδα, προκαλώντας χημικούς ερεθισμούς, εγκαύματα και αυξημένη διαδερμική απώλεια νερού. Τα επιθετικά χημικά συστατικά των μόνιμων βαφών μπορούν επίσης να μεταβάλουν το φυσιολογικό pH του δέρματος, επηρεάζοντας τη μικροβιακή ισορροπία του τριχωτού. Η διαταραχή αυτή έχει συσχετιστεί με αλλαγές στους πληθυσμούς των μικροοργανισμών που φυσιολογικά αποικίζουν την περιοχή.
Η ανατροπή της μικροβιακής ισορροπίας μπορεί να ευνοήσει την υπερανάπτυξη μυκήτων του γένους Malassezia, οι οποίοι συνδέονται με την πιτυρίδα, τη σμηγματορροϊκή δερματίτιδα και τον χρόνιο κνησμό. Όπως επισημαίνει ο δρ Στάμου, «στο δερματολογικό ιατρείο, η αντιμετώπιση των επιπτώσεων από τις βαφές δεν περιορίζεται πλέον στην απλή καταστολή της φλεγμονής με κορτικοστεροειδή, αλλά εστιάζει στην ενεργή αποκατάσταση του διαταραγμένου οικοσυστήματος του τριχωτού. Η σύγχρονη θεραπευτική φαρέτρα περιλαμβάνει πλέον εξειδικευμένα δερμοκαλλυντικά σκευάσματα, εμπλουτισμένα με πρεβιοτικά και μεταβιοτικά στοιχεία, τα οποία στοχεύουν στην επαναφορά του φυσιολογικού pH και στην ενίσχυση των ωφέλιμων βακτηρίων της περιοχής. Επίσης, μέσω της στοχευμένης χρήσης ήπιων αντιμυκητιασικών παραγόντων, μπορεί να επιτευχθεί ο έλεγχος του υπερπληθυσμού των μυκήτων Malassezia, ανακόπτοντας έτσι τον κύκλο της χρόνιας απολέπισης και της σμηγματορροϊκής δερματίτιδας, ενώ με τη χορήγηση ειδικών μαλακτικών παραγόντων και τοπικών αντιφλεγμονωδών λύσεων μπορεί να μειωθεί η διαδερμική απώλεια νερού και να γίνει ταχύτατη επούλωση των χημικών μικροεγκαυμάτων».
Χημική φθορά και τριχόπτωση
Οι χημικές διεργασίες που απαιτούνται για την αλλαγή του χρώματος δεν περιορίζονται στην επιφάνεια της τρίχας, αλλά παρεμβαίνουν στη δομή του στελέχους της. Για να επιτευχθεί ο μόνιμος χρωματισμός, οι αλκαλικοί παράγοντες αναγκάζουν τα προστατευτικά λέπια της τρίχας να ανοίξουν, με αποτέλεσμα να απογυμνώνεται ο άξονας από μέρος των φυσικών του λιπιδίων και να επηρεάζονται οι δομικές πρωτεΐνες. Αυτή η εσωτερική αλλοίωση μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της ελαστικότητας, καθιστώντας την τρίχα περισσότερο ευάλωτη στους εξωτερικούς παράγοντες. Η οξειδωτική δράση του υπεροξειδίου του υδρογόνου μπορεί να επηρεάσει τους δισουλφιδικούς δεσμούς της κερατίνης, οδηγώντας σε αυξημένη πορώτητα, ξηρότητα και ευθραυστότητα.
Η απώλεια της δομικής ακεραιότητας του στελέχους έχει ως συνέπεια το ευκολότερο σπάσιμο της τρίχας κατά το βούρτσισμα ή το styling, γεγονός που μπορεί να μειώσει αισθητά την εικόνα της πυκνότητας των μαλλιών. Παράλληλα, η οξεία και σοβαρή φλεγμονή που προκαλείται στο δέρμα από αλλεργικές αντιδράσεις μπορεί να μεταφέρει πρόωρα μεγάλο αριθμό θυλάκων στη φάση τελογενούς ανάπαυσης, πυροδοτώντας αντιδραστική τριχόπτωση. Οι επαναλαμβανόμενες χημικές εφαρμογές μπορούν επίσης να επηρεάσουν το μικροπεριβάλλον του τριχωτού και τη λειτουργία των σμηγματογόνων αδένων, επιτείνοντας την ξηρότητα τόσο στο στέλεχος όσο και στην περιοχή του θύλακα.
«Η διάκριση μεταξύ του μηχανικού σπασίματος της τρίχας και της πραγματικής τριχόρροιας από τον θύλακα είναι κομβικής σημασίας κατά το διαγνωστικό ψηφιακό τριχοριζόγραμμα – μια σύγχρονη, εντελώς ανώδυνη και μη επεμβατική μέθοδο εξέτασης που επιτρέπει στον δερματολόγο να αναλύσει την υγεία του τριχωτού της κεφαλής και των μαλλιών σε μικροσκοπικό επίπεδο. Η εξέταση αυτή λειτουργεί ουσιαστικά ως “γέφυρα” ανάμεσα στην απλή κλινική εξέταση με γυμνό μάτι και την επεμβατική βιοψία δέρματος, την οποία σε πολλές περιπτώσεις καταφέρνει να αποτρέψει», εξηγεί ο δρ Στάμου.
Επαγγελματικοί κίνδυνοι
Δερματολογικές παθήσεις στον εργασιακό χώρο
Οι επαγγελματίες του κλάδου της κομμωτικής εκτίθενται σε χημικά σκευάσματα με συχνότητα από 4 έως και 78 φορές μεγαλύτερη σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό, γεγονός που τους κατατάσσει στην ομάδα υψηλότερου κινδύνου για την εκδήλωση δερματολογικών αλλοιώσεων στα χέρια. Η καθημερινή και παρατεταμένη επαφή με ισχυρά αλλεργιογόνα και νερό απογυμνώνει το δέρμα των χεριών από τα φυσικά του έλαια, καθιστώντας σημαντική την προστασία και, όπου απαιτείται, τη δερματολογική παρακολούθηση.
Περισσότερο από το 51% των κομμωτών αναφέρει σοβαρές ανεπιθύμητες δερματικές αντιδράσεις, με τα χέρια να αποτελούν την πρωταρχική περιοχή εκδήλωσης. Η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε οξειδωτικές βαφές και αποχρωματιστικά μέσα, όπως το ντεκαπάζ, μπορεί να οδηγήσει σε επώδυνες ρωγμές, σχισμές, ερύθημα και έντονη ξηρότητα, επηρεάζοντας άμεσα την ικανότητα εργασίας. Οι κομμωτές έχουν επίσης αυξημένη πιθανότητα να αναπτύξουν αλλεργική ευαισθητοποίηση σε χημικά αλλεργιογόνα, όπως η PPD και το υπερθειικό αμμώνιο που χρησιμοποιείται σε προϊόντα ντεκαπάζ.
Η εμφάνιση χρόνιας δερματίτιδας συνδέεται, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, και με τα έτη εργασίας, καθώς η επαναλαμβανόμενη χημική έκθεση επιβαρύνει τον επιδερμικό φραγμό. «Η διασφάλιση της υγείας του τριχωτού της κεφαλής και η πρόληψη των δερματολογικών επιπλοκών απαιτούν τη συστηματική εφαρμογή αυστηρών πρωτοκόλλων προστασίας τόσο από τους καταναλωτές όσο και από τους επαγγελματίες του κλάδου της κομμωτικής. Η διενέργεια προκαταρκτικής δοκιμασίας ελέγχου (patch test) 48 ώρες πριν από κάθε εφαρμογή βαφής παραμένει το βασικότερο μέσο πρόληψης των οξειών αντιδράσεων υπερευαισθησίας τύπου IV για τους χρήστες.
Για τους επαγγελματίες, τα patch tests με εξειδικευμένες σειρές αλλεργιογόνων για κομμωτές αποτελούν σημαντικό εργαλείο για τη διάκριση της ερεθιστικής δερματίτιδας από την αλλεργική αντίδραση τύπου IV, γνωστή και ως επιβραδυνόμενου τύπου υπερευαισθησία, και επιτρέπουν τη δημιουργία ενός εξατομικευμένου πλάνου πρόληψης και αποφυγής των υπεύθυνων χημικών ενώσεων. Παράλληλα, η χρήση γαντιών νιτριλίου σε συνδυασμό με την τακτική εφαρμογή προστατευτικών κρεμών φραγμού στα χέρια των εργαζομένων μπορεί να προστατεύσει την επιδερμίδα έναντι της επαναλαμβανόμενης χημικής έκθεσης, μειώνοντας την εμφάνιση επαγγελματικού εκζέματος. Σε περιπτώσεις διαγνωσμένης ευαισθησίας, συστήνεται η στροφή σε ημιμόνιμες εναλλακτικές φόρμουλες χωρίς αμμωνία ή παράγωγα αμινών», καταλήγει ο δρ Στάμου.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Λουκέτο σε ιδιωτική κλινική στη Θεσσαλονίκη: Έκαναν χημειοθεραπείες σε ασθενείς χωρίς διάγνωση κακοήθειας – Τα ευρήματα της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας
- Πλαίσιο: Πρόστιμο 2.500 ευρώ για υπερτιμολόγηση στο ταμείο και ελλιπείς αναγραφές τιμών
- Κάρυ: Επικίνδυνα φυτοφάρμακα και απολυμαντικά στις περισσότερες μάρκες της αγοράς που εξετάστηκαν
- Μπλόκο σε καμπάνια κλινικής στα social που υποστήριζε ότι θεραπεύει τον αυτισμό στα παιδιά με βλαστοκύτταρα (βίντεο)
- Lidl: Τα προϊόντα που απαγορεύεται πλέον να πουλάει με δικαστική απόφαση – Ημερήσιο πρόστιμο 5.000 ευρώ