Για χρόνια, το μήνυμα ήταν σχετικά απλό. Όταν πρόκειται για γάλα, γιαούρτι και τυρί, η επιλογή με λιγότερα λιπαρά θεωρούνταν συνήθως η πιο ασφαλής λύση, ιδιαίτερα για όσους ανησυχούν για το βάρος και την καρδιαγγειακή υγεία. Μια νέα τυχαιοποιημένη μελέτη βάζει ξανά στο τραπέζι το ερώτημα αν τα πλήρη γαλακτοκομικά είναι πράγματι τόσο προβληματικά όσο συχνά θεωρούνται, εξετάζοντας τι συνέβη όταν ενήλικες με υπέρβαρο ή παχυσαρκία κατανάλωναν τρεις μερίδες την ημέρα για τρεις μήνες. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε 74 ενήλικες ηλικίας 25 έως 60 ετών και διήρκεσε 12 εβδομάδες. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν τυχαία σε τρεις ομάδες. Η πρώτη ακολούθησε διατροφή με περιορισμό περίπου 500 θερμίδων την ημέρα και έως μία μερίδα γαλακτοκομικών χαμηλών λιπαρών. Οι άλλες δύο ομάδες κατανάλωναν καθημερινά τρεις μερίδες πλήρων γαλακτοκομικών, με τη μία να ακολουθεί παράλληλα διατροφικό περιορισμό θερμίδων και την άλλη να τρώει χωρίς συγκεκριμένο περιορισμό στην ενέργεια. Οι τρεις μερίδες δεν ήταν θεωρητικές. Οι συμμετέχοντες στις ομάδες των πλήρων γαλακτοκομικών έπιναν 250 ml γάλακτος με 3,25% λιπαρά στο πρωινό, κατανάλωναν 100 γραμμάρια γιαουρτιού με 2% λιπαρά στο μεσημεριανό και δύο μικρές μερίδες τυριού στο βραδινό. Οι ερευνητές παρακολουθούσαν το σωματικό βάρος, τη σύσταση του σώματος, την αρτηριακή πίεση, τον μεταβολικό ρυθμό, τη γλυκόζη και τα λιπίδια του αίματος.
Τι συνέβη στο βάρος και τη χοληστερόλη
Το βασικό εύρημα ήταν ότι η καθημερινή κατανάλωση τριών μερίδων πλήρων γαλακτοκομικών δεν προκάλεσε σημαντική αύξηση του σωματικού βάρους ή του σωματικού λίπους. Στις δύο ομάδες που κατανάλωναν πλήρη γαλακτοκομικά δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές αλλαγές στη σύσταση του σώματος, στην περίμετρο της μέσης ή στον μεταβολικό ρυθμό ηρεμίας. Το ίδιο ίσχυσε και για τους βασικούς δείκτες λιπιδίων. Η συνολική χοληστερόλη, η LDL χοληστερόλη και οι υπόλοιποι δείκτες λιπιδίων δεν παρουσίασαν σημαντική επιδείνωση ως αποτέλεσμα της κατανάλωσης των τριών ημερήσιων μερίδων. Τα τριγλυκερίδια αυξήθηκαν προσωρινά στην τέταρτη εβδομάδα και στις τρεις ομάδες, όμως επέστρεψαν στα αρχικά επίπεδα μέχρι το τέλος της μελέτης. Υπήρξε μάλιστα ένα εύρημα που κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Στην ομάδα που κατανάλωνε τρεις μερίδες πλήρων γαλακτοκομικών χωρίς περιορισμό θερμίδων καταγράφηκε μικρή μείωση της συστολικής αρτηριακής πίεσης, ενώ μείωση παρατηρήθηκε και στην ομάδα που ακολουθούσε διατροφή περιορισμένων θερμίδων. Το εύρημα αυτό χρειάζεται προσοχή, καθώς η μελέτη δεν σχεδιάστηκε για να αποδείξει ότι τα πλήρη γαλακτοκομικά μειώνουν την αρτηριακή πίεση.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα ήταν η διαφορά στην πρόσληψη ορισμένων θρεπτικών συστατικών. Οι συμμετέχοντες που κατανάλωναν τακτικά πλήρη γαλακτοκομικά αύξησαν την πρόσληψη πρωτεΐνης και ασβεστίου, ενώ συνολικά βελτιώθηκε και η πρόσληψη ορισμένων άλλων μικροθρεπτικών συστατικών. Αυτό αποτελεί ένα από τα σημεία που ενδιαφέρουν περισσότερο τους ερευνητές, καθώς τα γαλακτοκομικά μπορούν να προσφέρουν αρκετά θρεπτικά συστατικά σε σχετικά μικρή ποσότητα τροφίμου.
Γιατί τα λιπαρά δεν λένε όλη την ιστορία
Το ενδιαφέρον της μελέτης βρίσκεται και σε ένα ευρύτερο ζήτημα της διατροφικής έρευνας. Τα πλήρη γαλακτοκομικά περιέχουν περισσότερα κορεσμένα λιπαρά από τις αντίστοιχες εκδοχές χαμηλών λιπαρών και για αυτόν τον λόγο η κατανάλωσή τους έχει αντιμετωπιστεί εδώ και χρόνια με μεγαλύτερη επιφύλαξη. Ωστόσο, ένα τρόφιμο δεν αποτελεί απλώς το άθροισμα των μεμονωμένων θρεπτικών συστατικών του. Οι ερευνητές εξετάζουν την υπόθεση ότι η λεγόμενη «μήτρα» των γαλακτοκομικών, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο συνυπάρχουν το λίπος, οι πρωτεΐνες, τα μέταλλα και άλλα συστατικά μέσα στο ίδιο τρόφιμο, μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός τα επεξεργάζεται. Έτσι, η επίδραση του λίπους όταν καταναλώνεται μέσα σε γάλα, γιαούρτι ή τυρί δεν είναι απαραίτητα ίδια με εκείνη που θα περίμενε κανείς εξετάζοντας μόνο την ποσότητα των κορεσμένων λιπαρών.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο The Journal of Nutrition, δεν αποδεικνύει ότι τα πλήρη γαλακτοκομικά είναι καλύτερα από τα χαμηλών λιπαρών, ούτε ότι όλοι θα πρέπει να καταναλώνουν τρεις μερίδες καθημερινά. Το δείγμα ήταν μικρό, η παρακολούθηση κράτησε μόλις 12 εβδομάδες και οι συμμετέχοντες ήταν ενήλικες με υπέρβαρο ή παχυσαρκία αλλά χωρίς σημαντικά μεταβολικά προβλήματα. Οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν ότι χρειάζονται μεγαλύτερες και μακροχρόνιες μελέτες για να διαπιστωθεί αν τα ίδια αποτελέσματα παραμένουν σε βάθος χρόνου και σε διαφορετικούς πληθυσμούς.
Το εύρημα, επομένως, δεν καταργεί την ανάγκη για ισορροπημένη διατροφή ούτε μετατρέπει τα πλήρη γαλακτοκομικά σε τρόφιμα με αποδεδειγμένα οφέλη για όλους. Δείχνει όμως κάτι πιο συγκεκριμένο. Η επιλογή μεταξύ πλήρους και χαμηλών λιπαρών δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά από την περιεκτικότητα σε λίπος, καθώς η συνολική διατροφή και η θρεπτική σύσταση του ίδιου του τροφίμου φαίνεται να έχουν σημασία.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Κατανάλωση αυγών: Ειδικοί προειδοποιούν για τα 3 πιο συνηθισμένα λάθη
- Μανιτάρι του χιονιού: Το ασυνήθιστο τρόφιμο που μελετάται για έντερο, δέρμα και μεταβολισμό
- Μακροζωία: Τι τρώνε οι οικογένειες ανθρώπων που φτάνουν τα 100
- Κάνναβη στην εφηβεία: Οι επιπτώσεις στη μνήμη και τη σκέψη που καταγράφει νέα μελέτη
- Υδατάνθρακες: Πώς μπορεί να βοήθησαν τον ανθρώπινο εγκέφαλο να εξελιχθεί
- Ποιες τροφές συνδέονται με μεγαλύτερο κίνδυνο κατάθλιψης
- Aldi και Lidl αντιμέτωπα με νέους κανόνες που μπορούν να ανοίξουν τον δρόμο για περισσότερα σούπερ μάρκετ
- Κουρκουμάς σε συμπλήρωμα: Πότε μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο ήπαρ
- Τι συμβαίνει στο σώμα όταν παίρνετε κρεατίνη για έναν μήνα
