- Μπισκότα εμπορίου αναλύθηκαν για να προσδιοριστεί η παρουσία ακρυλαμιδίου και μυκοτοξινών.
- Αξιολογήθηκε ο κίνδυνος για την υγεία του πληθυσμού από μυκοτοξίνες και ακρυλαμίδιο.
- Το ακρυλαμίδιο μόλυνε όλα τα δείγματα και μυκοτοξίνες συνυπήρξαν σε όλα εκτός από ένα.
- Πιθανές γονοτοξικές επιπτώσεις στην υγεία διαπιστώθηκαν σε πληθυσμό ηλικίας 1 έως 17 ετών.
Τα επίπεδα χημικών επιμολυντών σε μπισκότα της αγοράς και τις πιθανές επιπτώσεις τους στην ανθρώπινη υγεία αποτυπώνει πρόσφατη επιστημονική έρευνα, που μέτρησε ακρυλαμίδιο και πολλές διαφορετικές μυκοτοξίνες σε εμπορικά μπισκότα. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Πανεπιστημίου της Βαλένθια στην Ισπανία και της Νάπολης «Federico II» στην Ιταλία, και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Food Control με τίτλο «Co-occurrence of acrylamide and mycotoxins in biscuits: Insights into dietary exposure and risk characterization».
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Αναζητείται ο παραγωγός αυγών πίσω από τα εκατοντάδες κρούσματα σαλμονέλας στην Ευρώπη – Φόβοι για περαιτέρω εξάπλωση
Παρότι κανένα από τα μπισκότα που εξετάστηκαν δεν ξεπέρασε τα ευρωπαϊκά ανώτατα όρια ή τα επίπεδα αναφοράς για τους επιμολυντές, η αξιολόγηση της διατροφικής έκθεσης έδειξε δυνητική ανησυχία για την υγεία. Ακρυλαμίδιο βρέθηκε σε όλα τα δείγματα, ενώ στο 97% συνυπήρχαν τουλάχιστον δύο μυκοτοξίνες και σε ορισμένα εντοπίστηκαν έως έξι διαφορετικές.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Και σε ελληνικά θαλασσινά η τοξίνη του λαγοκέφαλου – Σε ποια είδη έχει εντοπιστεί και σε ποια καταγράφηκαν υψηλές συγκεντρώσεις
Για παιδιά και εφήβους 1–17 ετών, η έκθεση στο ακρυλαμίδιο συνδέθηκε με δυνητική ανησυχία για επιδράσεις που σχετίζονται με γονιδιοτοξικότητα και καρκινογένεση, ενώ στα παιδιά 1–9 ετών με υψηλή κατανάλωση η έκθεση στη μυκοτοξίνη μποβερισίνη ξεπέρασε το όριο τοξικολογικής ανησυχίας. Υψηλότερη παρουσία επιμολυντών καταγράφηκε επίσης στα προϊόντα ολικής άλεσης. Οι ερευνητές θεωρούν ότι τα ευρήματα ενισχύουν την ανάγκη για αυστηρότερη αντιμετώπιση και συνεχή παρακολούθηση των επιμολυντών στα τρόφιμα, ιδιαίτερα των γονιδιοτοξικών ουσιών, με ειδική έμφαση στην προστασία των νεότερων ηλικιών.
Πιο αναλυτικά, οι ερευνητές εξέτασαν 34 διαφορετικά προϊόντα της ιταλικής αγοράς, από τα οποία 29 ήταν μπισκότα γενικής κατανάλωσης και πέντε παιδικά μπισκότα. Ένα από τα βασικά ευρήματα αφορούσε το ακρυλαμίδιο, μια ουσία που σχηματίζεται κυρίως όταν τρόφιμα πλούσια σε άμυλο ψήνονται ή μαγειρεύονται σε υψηλές θερμοκρασίες. Το ακρυλαμίδιο έχει ταξινομηθεί από τον Διεθνή Οργανισμό Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC) ως πιθανώς καρκινογόνο για τον άνθρωπο, ενώ η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) το αντιμετωπίζει ως γονιδιοτοξικό και καρκινογόνο. Πειραματικές μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι το ακρυλαμίδιο και ο μεταβολίτης του, γλυκιδαμίδιο, μπορούν να προκαλέσουν βλάβες στο DNA και καρκίνο. Τα στοιχεία από μελέτες σε ανθρώπους παραμένουν περιορισμένα και δεν επιτρέπουν αντίστοιχα οριστικά συμπεράσματα.
Το ακρυλαμίδιο εντοπίστηκε στο 100% των εξεταζόμενων δειγμάτων, δηλαδή και στα 34 προϊόντα. Κανένα από τα προϊόντα δεν ξεπέρασε τα ευρωπαϊκά επίπεδα αναφοράς για το ακρυλαμίδιο, τα οποία είναι 350 μικρογραμμάρια ανά κιλό για τα μπισκότα και 150 μικρογραμμάρια ανά κιλό για τα παιδικά μπισκότα, ωστόσο, το γεγονός ότι οι συγκεντρώσεις ήταν χαμηλότερες από αυτά τα επίπεδα δεν σήμαινε ότι η αξιολόγηση της έκθεσης δεν έδειξε πιθανό ζήτημα για την υγεία. Οι ίδιοι οι ερευνητές εντόπισαν δυνητική ανησυχία για επιδράσεις που σχετίζονται με γονιδιοτοξικότητα και καρκινογένεση, ιδιαίτερα στις μικρότερες ηλικίες. Με βάση τη μέση συγκέντρωση ακρυλαμιδίου και τη συνήθη κατανάλωση μπισκότων, η αξιολόγηση έδειξε δυνητική ανησυχία για αγόρια και κορίτσια ηλικίας 1 έως 17 ετών. Στους υψηλούς καταναλωτές, αντίστοιχη ένδειξη καταγράφηκε για όλες τις ηλικιακές ομάδες και τα δύο φύλα σε αρκετά από τα σενάρια που εξετάστηκαν. Αντίθετα, η μελέτη δεν εντόπισε δυνητική ανησυχία για νευροτοξικές επιδράσεις του ακρυλαμιδίου στα επίπεδα έκθεσης που υπολογίστηκαν.
Συγκεκριμένα, στα κοινά μπισκότα οι συγκεντρώσεις ακρυλαμιδίου κυμάνθηκαν έως 167,7 μικρογραμμάρια ανά κιλό, με μέση τιμή 88,6 μικρογραμμάρια ανά κιλό. Στα παιδικά μπισκότα οι τιμές ήταν χαμηλότερες, με μέσο όρο 29,5 μικρογραμμάρια ανά κιλό και μέγιστη τιμή 39,7 μικρογραμμάρια ανά κιλό. Σημαντική διαφορά καταγράφηκε και ανάμεσα σταμπισκότα ολικής και μη ολικής άλεσης. Η μέση συγκέντρωση ακρυλαμιδίου στα ολικής ήταν 120,5 μικρογραμμάρια ανά κιλό, έναντι 48,7 μικρογραμμαρίων ανά κιλό στα μη ολικής. Οι ερευνητές συνδέουν τη διαφορά με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση ελεύθερης ασπαραγίνης στο φύτρο και στο πίτουρο του σιταριού. Η ασπαραγίνη είναι μία από τις βασικές ουσίες που συμμετέχουν στον σχηματισμό ακρυλαμιδίου κατά το ψήσιμο.
Παράλληλα εξετάστηκε η παρουσία μυκοτοξινών, δηλαδή τοξικών ουσιών που παράγονται φυσικά από ορισμένα είδη μυκήτων και μπορούν να περάσουν στα δημητριακά πριν ή μετά τη συγκομιδή. Οι επιπτώσεις τους διαφέρουν ανάλογα με τη μυκοτοξίνη και το επίπεδο έκθεσης. Ορισμένες έχουν συνδεθεί με προβλήματα στο γαστρεντερικό σύστημα, στους νεφρούς ή στο ανοσοποιητικό, ενώ για συγκεκριμένες μυκοτοξίνες υπάρχουν και σοβαρότερες τοξικολογικές επιπτώσεις.
Στα μπισκότα της μελέτης, η δεοξυνιβαλενόλη (DON) ανιχνεύθηκε στο 68% των δειγμάτων, σε επίπεδα έως 101,49 μικρογραμμάρια ανά κιλό. Η DON είναι μυκοτοξίνη που παράγεται από μύκητες του γένους Fusarium και είναι γνωστή κυρίως για τις επιδράσεις της στο γαστρεντερικό σύστημα. Η ζεαραλενόνη (ZEA), η οποία μπορεί να επηρεάσει το ενδοκρινικό και αναπαραγωγικό σύστημα, βρέθηκε στο 6% των προϊόντων. Η μποβερισίνη (BEA) ανιχνεύθηκε στο 38%, ενώ εννιατίνες (ENNs) βρέθηκαν σχεδόν σε όλα τα προϊόντα. Για την BEA και τις εννιατίνες έχουν καταγραφεί σε εργαστηριακές μελέτες επιδράσεις στη λειτουργία και την επιβίωση των κυττάρων, ενώ εξακολουθούν να υπάρχουν κενά γνώσης για τις επιπτώσεις της χρόνιας έκθεσης στον άνθρωπο.
Για την μποβερισίνη ειδικότερα, νεότερη αξιολόγηση της EFSA κατέληξε ότι τα διαθέσιμα στοιχεία δεν δείχνουν γονιδιοτοξικό δυναμικό, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι έχουν απαντηθεί όλα τα ερωτήματα σχετικά με άλλες πιθανές επιπτώσεις από χρόνια έκθεση. Αφλατοξίνες, ωχρατοξίνη Α, τοξίνη T-2 και neosolaniol δεν ανιχνεύθηκαν στα συγκεκριμένα δείγματα. Επίσης, κανένα προϊόν δεν ξεπέρασε τα ευρωπαϊκά ανώτατα όρια για τη DON και τη ZEA.
Παρά τις συγκεντρώσεις κάτω από τα καθορισμένα όρια, η μελέτη έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην ταυτόχρονη παρουσία διαφορετικών μυκοτοξινών. Τουλάχιστον δύο βρέθηκαν σε όλα τα δείγματα εκτός από ένα. Ο συχνότερος συνδυασμός ήταν η DON μαζί με τις εννιατίνες A1, B και B1 και καταγράφηκε στο 21% των προϊόντων. Σε περίπου 15% των δειγμάτων εντοπίστηκαν έως έξι διαφορετικές μυκοτοξίνες μαζί.
Η συνύπαρξή τους έχει τοξικολογικό ενδιαφέρον επειδή διαφορετικές μυκοτοξίνες μπορούν, ανάλογα με τον συνδυασμό και τις συγκεντρώσεις τους, να έχουν προσθετική, συνεργιστική ή ανταγωνιστική δράση. Υψηλότερες συγκεντρώσεις ορισμένων μυκοτοξινών καταγράφηκαν στα προϊόντα ολικής άλεσης. Η μέση συγκέντρωση DON ήταν 38,05 μικρογραμμάρια ανά κιλό στα ολικής έναντι 19,05 στα μη ολικής, ενώ για τις εννιατίνες οι αντίστοιχες τιμές ήταν 44,50 και 19,11 μικρογραμμάρια ανά κιλό. Η BEA ανιχνεύθηκε σε εννέα από τα 15 δείγματα ολικής και σε τέσσερα από τα 19 μη ολικής, ενώ και τα δύο δείγματα στα οποία βρέθηκε ZEA ήταν ολικής άλεσης.
Για να υπολογίσουν τι σημαίνουν τα ευρήματα για τους καταναλωτές, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν στοιχεία κατανάλωσης και σωματικού βάρους του ιταλικού πληθυσμού ανά ηλικία και φύλο. Εξετάστηκε τόσο η συνήθης κατανάλωση όσο και η υψηλή κατανάλωση μπισκότων. Για τη DON, η έκθεση από τη μέση κατανάλωση μπισκότων παρέμεινε κάτω από την ανεκτή ημερήσια πρόσληψη. Στα νήπια και τα παιδιά με υψηλή κατανάλωση, όμως, τα μπισκότα μπορούσαν να αντιστοιχούν περίπου στο 30% έως 40% της ανεκτής ημερήσιας πρόσληψης. Οι συγγραφείς σημειώνουν ότι η συνολική έκθεση μπορεί να είναι μεγαλύτερη, καθώς η DON προσλαμβάνεται και από άλλα τρόφιμα.
Για τη ZEA και τις εννιατίνες δεν καταγράφηκε υπέρβαση των τοξικολογικών τιμών αναφοράς στα σενάρια που εξετάστηκαν. Διαφορετικό αποτέλεσμα προέκυψε για την μποβερισίνη: σε παιδιά ηλικίας 1 έως 9 ετών με υψηλή κατανάλωση μπισκότων, η υπολογισμένη έκθεση ξεπέρασε το 100% του Κατωφλίου Τοξικολογικού Ενδιαφέροντος (TTC). Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα ευρήματα υποδεικνύουν την ανάγκη να προχωρήσουν οι κανονισμοί για τους ρύπους, ιδίως τους γονιδιοτοξικούς, προκειμένου να προστατευθεί η δημόσια υγεία, με ιδιαίτερη έμφαση στους νεότερους πληθυσμούς. Παράλληλα, αναγνωρίζουν ότι η έρευνα βασίστηκε σε σχετικά μικρό αριθμό προϊόντων και σε πρώτες ύλες που πιθανότατα προέρχονταν από μία καλλιεργητική περίοδο, γι’ αυτό θεωρούν απαραίτητες μεγαλύτερες μελέτες που θα καλύπτουν περισσότερα έτη παραγωγής.
Πηγή: https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0956713526004731