Η σχέση του καφέ με το εντερικό μικροβίωμα έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο της επιστημονικής έρευνας, με μελέτες να δείχνουν ότι η κατανάλωσή του μπορεί να συνοδεύεται από αλλαγές στη σύνθεση και τη λειτουργία των μικροοργανισμών που κατοικούν στο έντερο. Όπως δημοσιεύσαμε πρόσφαρα στο Cibum, μελέτη ερευνητών του University College Cork εξέτασε 62 υγιείς ενήλικες και εντόπισε διαφορές στο εντερικό μικροβίωμα μεταξύ ανθρώπων που κατανάλωναν καφέ και όσων δεν έπιναν, ενώ πειραματικά δεδομένα έδειξαν ότι η επανεισαγωγή του καφέ στη διατροφή μπορούσε να μεταβάλει τη σύνθεση του μικροβιώματος ανεξάρτητα από την παρουσία καφεΐνης. Η νέα ανασκόπηση, που δημοσιεύθηκε στο Metabolites, μετακινεί το ερώτημα ένα βήμα νωρίτερα και εξετάζει όχι μόνο αν ο καφές επηρεάζει το μικροβίωμα, αλλά και κατά πόσο ο τρόπος με τον οποίο παρασκευάζεται καθορίζει ποιες από τις χημικές ενώσεις του ροφήματος φτάνουν τελικά στο έντερο. Η συγκεκριμένη εργασία δεν αποτελεί νέα κλινική δοκιμή και δεν συγκρίνει ανθρώπους που πίνουν εσπρέσο με ανθρώπους που προτιμούν καφέ φίλτρου, ώστε να καταλήξει ότι μία μέθοδος είναι καλύτερη για την υγεία. Πρόκειται για αφηγηματική ανασκόπηση της διαθέσιμης βιβλιογραφίας, μέσα από την οποία οι ερευνητές εξετάζουν την πορεία διαφορετικών συστατικών του καφέ από την εκχύλιση και την κατανάλωση μέχρι την πέψη και την επαφή τους με το εντερικό μικροβίωμα. Η προσέγγιση αυτή έχει σημασία επειδή ο καφές δεν αποτελεί ένα χημικά σταθερό ρόφημα ανεξάρτητα από τον τρόπο παρασκευής του. Η θερμοκρασία του νερού, η πίεση, ο χρόνος εκχύλισης, το μέγεθος των αλεσμένων κόκκων, η αναλογία καφέ και νερού και το φιλτράρισμα μπορούν να επηρεάσουν την ποσότητα και την αναλογία των ενώσεων που περνούν από τον κόκκο στο τελικό ρόφημα.
Το ενδιαφέρον των ερευνητών στρέφεται ιδιαίτερα στο γεγονός ότι τα διαφορετικά συστατικά του καφέ δεν ακολουθούν την ίδια πορεία μέσα στον ανθρώπινο οργανισμό. Η καφεΐνη, για παράδειγμα, απορροφάται σε μεγάλο βαθμό στο ανώτερο πεπτικό σύστημα και στη συνέχεια μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ, ενώ άλλες ενώσεις, όπως τα χλωρογενικά οξέα, ορισμένοι πολυσακχαρίτες και προϊόντα που σχηματίζονται κατά το καβούρδισμα, μπορεί να μην απορροφώνται πλήρως στο λεπτό έντερο. Ένα μέρος τους μπορεί έτσι να φτάσει στο παχύ έντερο, όπου αποτελεί διαθέσιμο υπόστρωμα για τους μικροοργανισμούς του εντερικού μικροβιώματος. Εκεί οι βακτηριακοί πληθυσμοί μπορούν να μετατρέψουν σύνθετες ενώσεις σε μικρότερα μόρια, μεταξύ των οποίων διάφορα φαινολικά παράγωγα και λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου, δημιουργώντας ουσιαστικά ένα δεύτερο επίπεδο μεταβολισμού των συστατικών του καφέ.
Αυτό σημαίνει ότι η βιολογική «τύχη» ενός φλιτζανιού καφέ δεν καθορίζεται αποκλειστικά από όσα περιέχει ο κόκκος πριν από την παρασκευή του, αλλά και από το ποια συστατικά εκχυλίζονται, σε ποια μορφή παραμένουν στο ρόφημα και ποιο ποσοστό τους καταφέρνει να φτάσει μέχρι το παχύ έντερο. Οι χλωρογενικές ενώσεις αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς σημαντικό μέρος τους μπορεί να μην απορροφηθεί στο λεπτό έντερο και να υποστεί μεταβολισμό από τα βακτήρια του παχέος εντέρου, με τα προϊόντα αυτής της διαδικασίας να μπορούν στη συνέχεια να απορροφηθούν και να υποστούν περαιτέρω μεταβολισμό. Αντίστοιχα, πολυσακχαρίτες που προέρχονται από τα κυτταρικά τοιχώματα του κόκκου μπορούν να φτάσουν στο παχύ έντερο και να υποστούν μικροβιακή ζύμωση, γεγονός που συνδέει τη σύσταση του καφέ με τη δραστηριότητα των μικροοργανισμών του εντέρου.
Γιατί ο εσπρέσο δεν είναι ίδιος με τον καφέ φίλτρου
Η διαφορά ανάμεσα στις μεθόδους παρασκευής αποκτά επομένως μεγαλύτερη σημασία όταν το ζητούμενο δεν είναι απλώς η γεύση ή η περιεκτικότητα σε καφεΐνη, αλλά το συνολικό χημικό προφίλ του ροφήματος. Ο εσπρέσο παρασκευάζεται με διέλευση νερού υπό πίεση μέσα από λεπτοαλεσμένο καφέ και για σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, ενώ στον καφέ φίλτρου το νερό περνά πιο αργά μέσα από μεγαλύτερη ποσότητα αλεσμένου καφέ και στη συνέχεια το ρόφημα διέρχεται από φίλτρο. Ο cold brew, ο στιγμιαίος και άλλες μέθοδοι ακολουθούν διαφορετικές συνθήκες θερμοκρασίας, χρόνου και εκχύλισης, με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται το μείγμα των ουσιών που καταλήγουν στο φλιτζάνι. Η νέα ανασκόπηση συγκεντρώνει αυτά τα δεδομένα και δείχνει ότι η μέθοδος παρασκευής αποτελεί έναν από τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν μελετάται η έκθεση του οργανισμού στα συστατικά του καφέ.
Η διαπίστωση αυτή, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι μπορεί σήμερα να δοθεί μια απλή οδηγία προς τους καταναλωτές να προτιμούν εσπρέσο αντί για φίλτρου ή το αντίστροφο. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις όχι μόνο μεταξύ των μεθόδων παρασκευής αλλά και μεταξύ των ποικιλιών του καφέ, του βαθμού καβουρδίσματος, του μεγέθους των κόκκων και των συνθηκών εκχύλισης, ενώ η τελική επίδραση εξαρτάται επίσης από τη συνολική διατροφή και τα χαρακτηριστικά του κάθε ανθρώπου. Επιπλέον, το μεγαλύτερο μέρος των στοιχείων που συνδέουν συγκεκριμένες ενώσεις του καφέ με το μικροβίωμα αφορά μηχανισμούς και εργαστηριακά ή προκλινικά δεδομένα, ενώ οι άμεσες συγκρίσεις διαφορετικών τρόπων παρασκευής σε ανθρώπους παραμένουν περιορισμένες.
Τι γνωρίζουμε μέχρι σήμερα
Η νέα ανασκόπηση δείχνει ότι η σχέση καφέ και εντέρου είναι πιο σύνθετη από μια απλή σύγκριση της ποσότητας καφεΐνης. Η μέθοδος παρασκευής μπορεί να μεταβάλλει το χημικό προφίλ του ροφήματος και, κατά συνέπεια, το ποια συστατικά είναι διαθέσιμα για απορρόφηση ή για μικροβιακό μεταβολισμό στο παχύ έντερο. Αυτό προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα στην έρευνα γύρω από τις επιδράσεις του καφέ, δίπλα στο είδος του κόκκου, το καβούρδισμα, τη δόση και τη συχνότητα κατανάλωσης.
Για να διαπιστωθεί αν οι διαφορές αυτές μεταφράζονται πράγματι σε διαφορετικές επιδράσεις στην ανθρώπινη υγεία, χρειάζονται πιο στοχευμένες μελέτες σε ανθρώπους, στις οποίες θα συγκρίνονται ελεγχόμενα διαφορετικές μέθοδοι παρασκευής με ίδια ή συγκρίσιμη ποσότητα καφέ και θα παρακολουθούνται τόσο η σύνθεση του μικροβιώματος όσο και οι μεταβολίτες που παράγονται. Μέχρι να υπάρξουν τέτοια δεδομένα, το ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι ο τρόπος παρασκευής επηρεάζει τη χημική σύσταση του καφέ και επομένως μπορεί να επηρεάζει το ποια συστατικά φτάνουν στο έντερο, χωρίς όμως να έχει αποδειχθεί ότι κάποια συγκεκριμένη μέθοδος παρασκευής είναι καλύτερη για το μικροβίωμα ή συνολικά για την υγεία.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Ρύζι: Τελικά, πρέπει να πλένεται πριν το μαγείρεμα;
- Πώς ο βαθύς ύπνος «ξεπλένει» τον εγκέφαλο από τα σκουπίδια που προκαλούν άνοια – Μελέτη
- Λουκέτο σε ιδιωτική κλινική στη Θεσσαλονίκη: Έκαναν χημειοθεραπείες σε ασθενείς χωρίς διάγνωση κακοήθειας – Τα ευρήματα της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας
- Πλαίσιο: Πρόστιμο 2.500 ευρώ για υπερτιμολόγηση στο ταμείο και ελλιπείς αναγραφές τιμών
- Κάρυ: Επικίνδυνα φυτοφάρμακα και απολυμαντικά στις περισσότερες μάρκες της αγοράς που εξετάστηκαν
- Μπλόκο σε καμπάνια κλινικής στα social που υποστήριζε ότι θεραπεύει τον αυτισμό στα παιδιά με βλαστοκύτταρα (βίντεο)
- Lidl: Τα προϊόντα που απαγορεύεται πλέον να πουλάει με δικαστική απόφαση – Ημερήσιο πρόστιμο 5.000 ευρώ