Τα προμαγειρεμένα γεύματα με θαλασσινά αποτελούν μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες κατηγορίες τροφίμων, καθώς προσφέρουν ευκολία και ελάχιστο χρόνο προετοιμασίας. Νέα επιστημονική μελέτη από το Πανεπιστήμιο Rovira i Virgili στην Ταραγόνα της Ισπανίας δείχνει ότι τα προϊόντα αυτά ενδέχεται να περιέχουν υψηλότερες συγκεντρώσεις ορισμένων βιομηχανικών χημικών ουσιών σε σύγκριση με τα αντίστοιχα ωμά θαλασσινά, πιθανότατα λόγω της επεξεργασίας, της συσκευασίας και των μεθόδων μαγειρέματος. Ωστόσο, οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι ακόμη και στις υψηλότερες εκτιμήσεις έκθεσης οι συγκεντρώσεις που καταγράφηκαν παραμένουν κάτω από τα επίπεδα που θεωρούνται ανησυχητικά για την ανθρώπινη υγεία.
Η έρευνα, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Analytical and Bioanalytical Chemistry, αποτελεί την πρώτη που εξετάζει τόσο εκτενώς την παρουσία χημικών ουσιών υψηλής παραγωγής (High Production Volume Chemicals – HPVCs) σε έτοιμα γεύματα με θαλασσινά. Πρόκειται για ουσίες που παράγονται σε ποσότητες άνω των 500 τόνων ετησίως και χρησιμοποιούνται ευρέως στην κατασκευή πλαστικών, ηλεκτρονικών συσκευών, αρωματικών προϊόντων, επιβραδυντικών φλόγας και βιομηχανικών επικαλύψεων.
Οι επιστήμονες ανέλυσαν 18 διαφορετικά προμαγειρεμένα προϊόντα που αγοράστηκαν στην περιοχή της Ταραγόνα της Καταλονίας. Το δείγμα περιλάμβανε καλαμάρια, σολομό, γαρίδες, σαρδέλες, μύδια, μπακαλιάρο, δηλαδή είδη που καταναλώνονται ευρέως στην Ισπανία. Σχεδόν σε όλα τα δείγματα ανιχνεύθηκαν μία ή περισσότερες από τις χημικές οικογένειες που αναζητούσαν οι ερευνητές, ενώ μόνο δύο ενώσεις της κατηγορίας των βενζοθειαζολών είτε δεν ανιχνεύθηκαν είτε βρέθηκαν σε επίπεδα χαμηλότερα από το όριο ποσοτικοποίησης.
Η σημαντικότερη παρουσία καταγράφηκε στους φθαλικούς εστέρες, χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται κυρίως για να προσδίδουν ευκαμψία στα πλαστικά. Οι φθαλικοί εστέρες έχουν απασχολήσει επανειλημμένα την επιστημονική κοινότητα, καθώς ορισμένες από αυτές τις ενώσεις έχουν συσχετιστεί με διαταραχές του ορμονικού συστήματος και προβλήματα στην αναπαραγωγική υγεία. Ιδιαίτερα υψηλές συγκεντρώσεις του di-n-octylphthalate (DnOP) καταγράφηκαν σε δύο γεύματα με μπακαλιάρο, όπου οι τιμές έφτασαν έως και τα 3.969 νανογραμμάρια ανά γραμμάριο τροφίμου, επηρεάζοντας σημαντικά τον συνολικό μέσο όρο.
Στα γεύματα με μύδια κυριάρχησε μία διαφορετική κατηγορία ουσιών. Συγκεκριμένα, το επιβραδυντικό φλόγας TEHP ανιχνεύθηκε σε συγκεντρώσεις 2.540 και 2.123 νανογραμμαρίων ανά γραμμάριο, οι υψηλότερες που καταγράφηκαν για τη συγκεκριμένη ουσία. Παρότι οι αριθμοί αυτοί φαίνονται μεγάλοι, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι το νανογραμμάριο αντιστοιχεί στο ένα δισεκατομμυριοστό του γραμμαρίου, επομένως οι απόλυτες ποσότητες παραμένουν ιδιαίτερα μικρές.
Η ανάλυση αποκάλυψε επίσης ενδιαφέρουσες διαφορές ανάλογα με το είδος του θαλασσινού. Οι λιπόφιλες ουσίες, όπως τα επιβραδυντικά φλόγας και ορισμένα συνθετικά αρώματα, βρέθηκαν συχνότερα στα πιο λιπαρά ψάρια, όπως ο σολομός και οι σαρδέλες. Αντίθετα, οι φθαλικοί εστέρες εμφανίστηκαν σε υψηλότερες συγκεντρώσεις σε πιο άπαχα είδη, όπως ο μπακαλιάρος και ο μερλούκιος, γεγονός που σύμφωνα με τους ερευνητές ενισχύει την υπόθεση ότι σημαντικό μέρος της επιμόλυνσης προέρχεται από τη συσκευασία και όχι από τη φυσική συσσώρευση των ουσιών στους οργανισμούς των ψαριών.
Οι ερευνητές εξέτασαν ακόμη εάν ο τρόπος διάθεσης των προϊόντων επηρεάζει τα επίπεδα των χημικών ουσιών. Τα γεύματα χωρίστηκαν σε τρεις κατηγορίες: φρεσκομαγειρεμένα προϊόντα που πωλούνταν χύμα, ψυγμένα γεύματα σε ατομικές συσκευασίες και κατεψυγμένα προϊόντα. Σχεδόν όλα βρίσκονταν σε κάποιο είδος πλαστικής συσκευασίας. Αν και διαπιστώθηκαν διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις κατηγορίες, η μελέτη δεν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ένας συγκεκριμένος τύπος συσκευασίας ή μία συγκεκριμένη μέθοδος μαγειρέματος οδηγεί συστηματικά σε υψηλότερα επίπεδα επιμόλυνσης.
Παράλληλα, η σύγκριση με προηγούμενες αναλύσεις ωμών θαλασσινών από την ίδια γεωγραφική περιοχή έδειξε ότι τα προμαγειρεμένα προϊόντα εμφάνιζαν γενικά υψηλότερες συγκεντρώσεις των εξεταζόμενων ουσιών. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι μέρος της επιβάρυνσης πιθανόν να προκύπτει κατά τη βιομηχανική επεξεργασία, την αποθήκευση ή την επαφή του τροφίμου με πλαστικά υλικά. Προγενέστερες μελέτες που επικαλούνται οι συγγραφείς έχουν δείξει ότι τόσο το ψήσιμο όσο και η μακροχρόνια αποθήκευση σε πλαστικές συσκευασίες μπορούν να αυξήσουν τη μετανάστευση ορισμένων χημικών ουσιών στα τρόφιμα.
Για να αξιολογήσουν τον πιθανό αντίκτυπο στην υγεία, οι επιστήμονες υπολόγισαν την ημερήσια έκθεση έξι διαφορετικών πληθυσμιακών ομάδων της Καταλονίας, χρησιμοποιώντας διαθέσιμα στοιχεία κατανάλωσης θαλασσινών. Οι ομάδες περιλάμβαναν ενήλικες άνδρες και γυναίκες, εφήβους και άτομα άνω των 65 ετών. Η μεγαλύτερη εκτιμώμενη έκθεση καταγράφηκε στους ηλικιωμένους άνδρες, όχι επειδή τα τρόφιμα που κατανάλωναν περιείχαν περισσότερες χημικές ουσίες, αλλά επειδή καταναλώνουν μεγαλύτερες ποσότητες θαλασσινών.
Οι ερευνητές πραγματοποίησαν την εκτίμηση κινδύνου με τρία διαφορετικά σενάρια, από συντηρητικές έως δυσμενείς υποθέσεις. Σε όλες τις περιπτώσεις, τόσο οι δείκτες για πιθανές καρκινογόνες επιδράσεις όσο και εκείνοι για μη καρκινογόνες επιπτώσεις παρέμειναν σημαντικά χαμηλότεροι από τα επίπεδα που χρησιμοποιούν οι ευρωπαϊκές αρχές για την αξιολόγηση του κινδύνου. Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, η κατανάλωση των συγκεκριμένων προϊόντων δεν φαίνεται να δημιουργεί άμεση ανησυχία για τη δημόσια υγεία.
Οι συγγραφείς τονίζουν, ωστόσο, ότι τα αποτελέσματα θα πρέπει να ερμηνευθούν με προσοχή. Η μελέτη βασίστηκε σε μόλις 18 προϊόντα που αγοράστηκαν από μία μόνο περιοχή της Ισπανίας, επομένως τα ευρήματα δεν μπορούν να γενικευθούν σε άλλες χώρες ή αγορές. Επιπλέον, η αξιολόγηση αφορούσε αποκλειστικά τα συγκεκριμένα γεύματα και όχι τη συνολική έκθεση ενός ατόμου στις ίδιες ουσίες από όλα τα τρόφιμα και τις υπόλοιπες πηγές του περιβάλλοντος κατά τη διάρκεια της ζωής του.
Η ερευνητική ομάδα επισημαίνει ότι απαιτούνται μεγαλύτερες μελέτες για να αποσαφηνιστεί ο ρόλος της πλαστικής συσκευασίας, της επεξεργασίας και των διαφορετικών μεθόδων μαγειρέματος στη μεταφορά βιομηχανικών χημικών ουσιών στα τρόφιμα. Παράλληλα, θεωρεί σημαντική τη διερεύνηση των πιθανών επιδράσεων της μακροχρόνιας έκθεσης σε μίγματα πολλών διαφορετικών χημικών ουσιών, ένα ζήτημα που δεν αποτέλεσε αντικείμενο της παρούσας έρευνας.
Η μελέτη χρηματοδοτήθηκε από το ερευνητικό πρόγραμμα PID2023-148939NB-I00 με τη στήριξη του ισπανικού Υπουργείου Επιστήμης, της Agencia Estatal de Investigación και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης. Οι συγγραφείς Laura Borrell, Francesc Borrull, Carme Aguilar και Eva Pocurull, όλοι από το Τμήμα Αναλυτικής και Οργανικής Χημείας του Universitat Rovira i Virgili, δήλωσαν ότι δεν υφίστανται οικονομικές ή άλλες συγκρούσεις συμφερόντων. Η εργασία δημοσιεύθηκε το 2026 με τίτλο «High production volume chemicals in pre-cooked seafood-based meals consumed by inhabitants of Tarragona (Catalonia, Spain): presence and risk assessment» και DOI: 10.1007/s00216-026-06521-2
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- 58 στο νοσοκομείο μετά από γεύμα κηδείας – Υποψίες ότι το catering σέρβιρε περισσεύματα τροφίμων από εκδήλωση προηγούμενης ημέρας
- Ποντικοφάρμακο σε σοκολάτα: Η υπόθεση που συγκλόνισε την Ισπανία και οδήγησε έναν άνθρωπο σε μόνιμη τύφλωση
- Βούτυρο: Νέα μελέτη συγκρίνει αγελαδινό, πρόβειο και κατσικίσιο – Ποιο κερδίζει στα “σημεία”
- Γιατί πρέπει να τρώτε τα παντζάρια μαζί με μαϊντανό – Η διαπίστωση νέας επιστημονικής μελέτης
- Πόσο υγιεινό είναι πραγματικά το κάρδαμο;
- Γιατί οι κατεψυγμένες φράουλες και τα μούρα μολύνονται τόσο συχνά από ηπατίτιδα Α; Πώς μπορεί να προστατευθεί ο καταναλωτής;
- Αλλαντικά με κρέας αλόγου, γαϊδουριού, πουλερικών και δερματικό ιστό πωλούνταν ως μοσχαρίσια – Τι έδειξαν οι αναλύσεις των Αρχών
- Διάσημες γυναίκες στην παγίδα της «αιώνια νεανικής» σιλουέτας: Πρότυπα νεότητας ή παραδείγματα φθοράς του οργανισμού;
- Καφές: Γιατί χαλάει η γεύση του όταν τον ξαναζεσταίνουμε;
- Υγρό πιάτων: Σε ποιες επιφάνειες δεν πρέπει να το χρησιμοποιείτε ΠΟΤΕ