Η «φέτα» της Τουρκίας και η διαμάχη γύρω από την ΠΟΠ ονομασία στην αγορά τυριού
Στην τουρκική αγορά παρατηρείται τα τελευταία χρόνια η ευρεία κυκλοφορία τυριών που διατίθενται με την ονομασία «feta» ή «φέτα», παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη ονομασία αποτελεί Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης (ΠΟΠ) για την ελληνική φέτα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σούπερ μάρκετ και ηλεκτρονικά καταστήματα στην Τουρκία προσφέρουν διάφορα προϊόντα εγχώριας παραγωγής τα οποία φέρουν αντίστοιχες ονομασίες και προβάλλονται ως εναλλακτικές της ελληνικής φέτας.
Μεταξύ των προϊόντων που κυκλοφορούν περιλαμβάνονται μάρκες όπως η Urfarm, η Galante Farm και η Zeytinli Çiftliği, οι οποίες παράγουν τυριά με βάση κυρίως πρόβειο, κατσικίσιο ή συνδυασμό γαλάκτων, προβάλλοντας συχνά στοιχεία όπως η προέλευση των ζώων, ο τρόπος εκτροφής και η φυσική βόσκηση. Ορισμένα προϊόντα διατίθενται ακόμη και σε μορφές κατάλληλες για χρήση σε σαλάτες, επιχειρώντας να προσεγγίσουν την εικόνα της παραδοσιακής ελληνικής «χωριάτικης».
Καταναλωτές στην Τουρκία αναφέρουν ότι η γεύση αυτών των τυριών θυμίζει σε αρκετές περιπτώσεις την ελληνική φέτα, γεγονός που ενισχύει τη ζήτησή τους. Παράλληλα, η αγορά περιλαμβάνει και αυθεντική ελληνική φέτα από εταιρείες όπως η «Δωδώνη», η οποία όμως πωλείται σε σημαντικά υψηλότερη τιμή λόγω δασμών και φορολογικών επιβαρύνσεων.
Οι τιμές των τουρκικών προϊόντων που παρουσιάζονται ως φέτα κυμαίνονται σε αισθητά χαμηλότερα επίπεδα, γεγονός που τα καθιστά πιο προσιτά για τον μέσο καταναλωτή. Αντίθετα, τα εισαγόμενα ελληνικά προϊόντα επιβαρύνονται σημαντικά, φτάνοντας σε τιμές πολλαπλάσιες.
Σε επίπεδο θεσμικό, η χρήση της ονομασίας «φέτα» στην Τουρκία δεν υπόκειται στους ίδιους περιορισμούς που ισχύουν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς η χώρα θεωρείται τρίτη χώρα ως προς το ενωσιακό καθεστώς προστασίας γεωγραφικών ενδείξεων. Αυτό επιτρέπει την εσωτερική παραγωγή και εμπορία προϊόντων με αντίστοιχες ονομασίες, χωρίς την υποχρέωση συμμόρφωσης με την ευρωπαϊκή ΠΟΠ.
Ωστόσο, διαφορετικό καθεστώς ισχύει για τις εξαγωγές προς την ΕΕ και χώρες που έχουν συμφωνίες αναγνώρισης και προστασίας τέτοιων προϊόντων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η χρήση της ονομασίας «φέτα» για μη ελληνικά προϊόντα δεν επιτρέπεται. Παρ’ όλα αυτά, το ηλεκτρονικό εμπόριο δημιουργεί γκρίζες ζώνες, καθώς προϊόντα μπορούν να διακινηθούν διασυνοριακά, αυξάνοντας την πιθανότητα να φτάσουν σε Ευρωπαίους καταναλωτές χωρίς επαρκή ενημέρωση για την προέλευσή τους.
Η ελληνική φέτα ΠΟΠ παράγεται αποκλειστικά στην ηπειρωτική Ελλάδα και στη Λέσβο, με συγκεκριμένες προδιαγραφές ως προς την πρώτη ύλη και τη διαδικασία παραγωγής, στοιχείο που τη διαφοροποιεί από αντίστοιχα προϊόντα άλλων χωρών. Το ζήτημα της προστασίας της ονομασίας παραμένει αντικείμενο συζητήσεων σε επίπεδο εμπορικών συμφωνιών και αγροτικής πολιτικής, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να επιδιώκει την ενίσχυση της διεθνούς αναγνώρισης των προστατευόμενων προϊόντων της μέσω διμερών συμφωνιών.
Η υπόθεση της «φέτας» στην τουρκική αγορά εντάσσεται ευρύτερα στη συζήτηση για το πώς οι γνωστές ευρωπαϊκές ονομασίες προϊόντων αξιοποιούνται εμπορικά εκτός ΕΕ, αλλά και για το πώς η παγκοσμιοποιημένη διακίνηση αγαθών μέσω διαδικτύου δυσκολεύει τον έλεγχο και την προστασία τους.