Το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC) προειδοποιεί για την αυξανόμενη διασπορά στελεχών γονόρροιας ανθεκτικών στην κεφτριαξόνη, το βασικό αντιβιοτικό πρώτης γραμμής που χρησιμοποιείται σήμερα στην Ευρώπη για τη θεραπεία της νόσου. Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο της νέας επιδημιολογικής εικόνας είναι ότι τα ανθεκτικά στελέχη δεν συνδέονται πλέον αποκλειστικά με ταξιδιώτες που επέστρεψαν από χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, αλλά μεταδίδονται πλέον και εντός της Ευρώπης μέσω τοπικών αλυσίδων μετάδοσης.
Η αξιολόγηση κινδύνου που δημοσιεύθηκε στις 16 Ιουλίου 2026 καταγράφει περιστατικά σε δώδεκα ευρωπαϊκές χώρες και επισημαίνει ότι κατά το 2025 και το πρώτο εξάμηνο του 2026 παρατηρήθηκε σημαντική μεταβολή στη συμπεριφορά των ανθεκτικών στελεχών. Οι υγειονομικές αρχές εντόπισαν συρροές κρουσμάτων σε άτομα χωρίς ιστορικό πρόσφατου ταξιδιού στο εξωτερικό, γεγονός που αποτελεί σαφή ένδειξη εγχώριας μετάδοσης.
Η Σουηδία κατέγραψε 13 περιστατικά ανθεκτικής γονόρροιας κατά το 2025 και το πρώτο εξάμηνο του 2026, εκ των οποίων τα επτά αποκτήθηκαν εντός της χώρας. Στη Γερμανία, δύο περιστατικά που καταγράφηκαν το 2026 δεν συνδέονταν με ταξίδια στο εξωτερικό, ενώ στη Νορβηγία δύο ασθενείς παρουσίασαν επιδημιολογική σύνδεση μεταξύ τους. Στη Γαλλία και στο Ηνωμένο Βασίλειο οι αρμόδιες αρχές εντόπισαν οργανωμένες συρροές μετάδοσης, επιβεβαιώνοντας ότι τα ανθεκτικά στελέχη μπορούν πλέον να κυκλοφορούν στις τοπικές κοινότητες.
Η γονόρροια αποτελεί ένα από τα συχνότερα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα παγκοσμίως, με περίπου 82 εκατομμύρια νέες λοιμώξεις κάθε χρόνο σε άτομα ηλικίας 15 έως 49 ετών. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο καταγράφηκαν το 2024 συνολικά 106.331 επιβεβαιωμένα περιστατικά, αριθμός που αποτελεί το υψηλότερο επίπεδο από την έναρξη της σχετικής επιτήρησης το 2009. Οι καταγραφές έχουν αυξηθεί κατά περισσότερο από 300% από το 2015, γεγονός που αποδίδεται τόσο στην πραγματική αύξηση των λοιμώξεων όσο και στη βελτίωση των διαγνωστικών μεθόδων και της καταγραφής.
Παρά το γεγονός ότι τα ανθεκτικά στελέχη αποτελούν μικρό ποσοστό του συνόλου των περιστατικών, οι ειδικοί θεωρούν ιδιαίτερα σημαντική τη μεταβολή του τρόπου διασποράς τους. Τα ταξίδια σε χώρες όπως η Καμπότζη, η Ινδονησία, η Ταϊλάνδη και το Βιετνάμ εξακολουθούν να αποτελούν παράγοντα εισαγωγής νέων στελεχών στην Ευρώπη, ωστόσο αρκετές από αυτές τις λοιμώξεις φαίνεται ότι εγκαθίστανται πλέον στον ευρωπαϊκό χώρο και συνεχίζουν να μεταδίδονται τοπικά.
Οι ειδικοί υπενθυμίζουν ότι η γονόρροια δεν είναι μια ήπια λοίμωξη. Εάν δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως, μπορεί να προκαλέσει φλεγμονώδη νόσο της πυέλου, υπογονιμότητα, εξωμήτρια κύηση, χρόνιο πυελικό άλγος και φλεγμονή των όρχεων, ενώ σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να εξαπλωθεί μέσω της κυκλοφορίας του αίματος και να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές.
Το Ηνωμένο Βασίλειο παρουσιάζει την πιο έντονη αυξητική τάση στα περιστατικά ανθεκτικής γονόρροιας. Συγκεκριμένα, καταγράφηκαν 13 περιστατικά το 2024, 29 το 2025 και ακόμη 17 έως τον Ιούνιο του 2026. Μάλιστα, έξι περιπτώσεις εμφανίστηκαν μέσα σε ένα συγκεκριμένο σεξουαλικό δίκτυο χωρίς να υπάρχει ιστορικό διεθνών μετακινήσεων.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι έχουν ήδη καταγραφεί αποτυχίες της συνήθους θεραπευτικής αγωγής. Σύμφωνα με το ECDC, έξι περιπτώσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν ανταποκρίθηκαν αρχικά στην κεφτριαξόνη. Τέσσερις από αυτές θεραπεύτηκαν μετά από δεύτερο κύκλο θεραπείας με συνδυασμό κεφτριαξόνης και αζιθρομυκίνης, ενώ δύο ασθενείς χρειάστηκαν ενδοφλέβια χορήγηση ερταπενέμης, ενός αντιβιοτικού που χρησιμοποιείται συνήθως σε σοβαρές νοσοκομειακές λοιμώξεις. Όλα τα περιστατικά τελικά αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς.
Οι λοιμώξεις του φάρυγγα φαίνεται να παρουσιάζουν μεγαλύτερη δυσκολία εκρίζωσης και αυξημένο κίνδυνο θεραπευτικής αποτυχίας. Για τον λόγο αυτό, το ECDC συνιστά την πραγματοποίηση καλλιεργειών μετά το τέλος της θεραπείας, ιδιαίτερα στις φαρυγγικές λοιμώξεις, ώστε να επιβεβαιώνεται η πλήρης εξάλειψη του μικροβίου. Παράλληλα, τονίζεται ότι η γονόρροια μπορεί να μην προκαλεί καθόλου συμπτώματα, με αποτέλεσμα αρκετοί φορείς να μεταδίδουν τη λοίμωξη χωρίς να το γνωρίζουν.
Σε μοριακό επίπεδο, οι ερευνητές έχουν εντοπίσει μεταλλάξεις στο γονίδιο penA, οι οποίες μειώνουν την αποτελεσματικότητα της κεφτριαξόνης. Ορισμένα στελέχη παρουσιάζουν ταυτόχρονα υψηλή αντοχή και στην αζιθρομυκίνη, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τις διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές. Η γενετική ανάλυση δείχνει ότι τα ανθεκτικά στελέχη προέρχονται τόσο από πολλαπλές εισαγωγές από το εξωτερικό όσο και από συγκεκριμένες γενετικές γραμμές που ήδη μεταδίδονται εντός της Ευρώπης.
Οι περισσότερες περιπτώσεις αφορούν ενήλικες ηλικίας 20 έως 50 ετών, με το 60% έως 80% των ασθενών να είναι άνδρες. Η μετάδοση συνδέεται κυρίως με ετεροφυλοφιλικά σεξουαλικά δίκτυα και συχνές εναλλαγές σεξουαλικών συντρόφων, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής εργασίας. Το 2026 καταγράφηκαν για πρώτη φορά περιστατικά και σε αμφιφυλόφιλους άνδρες και γυναίκες στο Ηνωμένο Βασίλειο, γεγονός που υποδηλώνει ότι η διασπορά επεκτείνεται και σε νέες πληθυσμιακές ομάδες.
Παρά την αυξημένη επιτήρηση, το ECDC επισημαίνει ότι δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής στοιχεία για εκτεταμένη και διαρκή κοινοτική μετάδοση των ανθεκτικών στελεχών σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο συνολικός κίνδυνος για τα σεξουαλικά ενεργά άτομα που δεν ανήκουν σε ομάδες υψηλότερου κινδύνου αξιολογείται ως χαμηλός. Ωστόσο, ο κίνδυνος αυξάνεται για όσους έχουν πολλαπλούς ή συχνά εναλλασσόμενους σεξουαλικούς συντρόφους ή πραγματοποιούν σεξουαλικές επαφές χωρίς προφύλαξη με νέους ή περιστασιακούς συντρόφους.
Οι επιστήμονες υπενθυμίζουν ότι η γονόρροια έχει ήδη αναπτύξει αντοχή σε αρκετές κατηγορίες αντιβιοτικών κατά τις τελευταίες δεκαετίες, όπως η πενικιλίνη, η τετρακυκλίνη και η σιπροφλοξασίνη. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η αντοχή στην κεφτριαξόνη αυξήθηκε από 0,8% το 2022 σε 5% το 2024, ενώ η αντοχή στην κεφιξίμη αυξήθηκε από 1,7% σε 11% το ίδιο διάστημα. Το ECDC χαρακτηρίζει την εξέλιξη αυτή ως ιδιαίτερα ανησυχητική, δεδομένου ότι οι εναλλακτικές θεραπευτικές επιλογές παραμένουν περιορισμένες.
Οι ευρωπαϊκές υγειονομικές αρχές υπογραμμίζουν ότι η έγκαιρη διάγνωση, η ενίσχυση των συστημάτων επιτήρησης και η ορθή χρήση των αντιβιοτικών αποτελούν κρίσιμα εργαλεία για τον περιορισμό της εξάπλωσης των ανθεκτικών στελεχών. Παράλληλα, βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο ανάπτυξης δύο νέες θεραπευτικές επιλογές, η ζολιφλοδασίνη και η γεποτιδακίνη, οι οποίες θα μπορούσαν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση της ανθεκτικής γονόρροιας τα επόμενα χρόνια.
Διαβάστε ολόκληρη την αξιολόγηση κινδύνου από το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC):
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ: Πρόστιμα σε δύο καταστήματα της αλυσίδας για παραβάσεις στη διαχείριση του κιμά
- Doritos: Επείγουσα ανάκληση δημοφιλών τσιπς λόγω σοβαρού λάθους που βάζει σε κίνδυνο καταναλωτές
- Λουκέτο σε αλυσίδα ζαχαροπλαστείων – 13 ζωντανές κατσαρίδες μέτρησε το υγειονομικό
- Συναγερμός για μπαχαρικό με επικίνδυνο βακτήριο – Mπορεί να προκαλέσει εμετούς και διάρροια
- Φιστίκια: Το προειδοποιητικό σημάδι που σας «φωνάζει» να μην τα καταναλώσετε
- Κολοκύθι ή αγγούρι; Ποιο είναι πιο ενυδατικό και ποιο πιο θρεπτικό;
- Τα μικροπλαστικά μπορεί να συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος – Βρέθηκαν στο 84% των ασθενών σύμφωνα με νέα μελέτη
- Το δημοφιλές αλεύρι που βρέθηκε στο επίκεντρο εισαγγελικής έρευνας για τη χρήση πιθανώς καρκινογόνου ουσίας
- Το τέλος της χημειοθεραπείας όπως τη γνωρίζουμε; Μικροσκοπικά ρομπότ θα μεταφέρουν φάρμακα απευθείας στους όγκους