Η bongkrekic acid, γνωστή στη διεθνή βιβλιογραφία και ως bongkrekic ή bongkrek acid και με τη συντομογραφία BKA, περιλαμβάνεται στους αναδυόμενους κινδύνους που κατέγραψε η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων EFSA στην έκθεση «2025 EFSA Annual Report on Emerging Risks and Horizon Scanning Activities». Η έκθεση εκπονήθηκε από την EFSA και δημοσιεύθηκε το 2026, αποτυπώνοντας τα σήματα κινδύνου που εξετάστηκαν κατά τη διάρκεια του 2025. Στην ενότητα για την bongkrekic acid, η ευρωπαϊκή αρχή αναφέρεται ειδικά στην παρουσία της τοξίνης σε ζυμωμένα τρόφιμα και σε θανατηφόρο περιστατικό στη Βόρεια Αμερική που συνδέθηκε με καλαμπόκι.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Lidl: Ανάκληση προϊόντος στην Ελλάδα και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, λόγω κινδύνου εγκαυμάτων – Διακόψτε τη χρήση (φωτογραφία)
Ο χαρακτηρισμός «αναδυόμενος κίνδυνος» δεν σημαίνει ότι η τοξίνη εμφανίστηκε πρόσφατα ή ότι δεν είχε προηγουμένως προκαλέσει δηλητηριάσεις. Στη μεθοδολογία της EFSA, η έννοια αφορά έναν κίνδυνο που μπορεί να προκύψει από νεοεμφανιζόμενο παράγοντα, από νέα ή αυξημένη έκθεση σε γνωστό παράγοντα ή από μεταβολή της ευαισθησίας του πληθυσμού. Η παρακολούθηση τέτοιων σημάτων αποσκοπεί στην έγκαιρη συγκέντρωση στοιχείων, πριν διαμορφωθεί επαρκής βάση για ολοκληρωμένη ποσοτική αξιολόγηση κινδύνου. Η bongkrekic acid είναι γνωστή εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα, όμως η εμφάνισή της σε διαφορετικά τρόφιμα, χώρες και συστήματα παραγωγής, η υψηλή θνησιμότητα ορισμένων επιδημιών και οι δυσκολίες εργαστηριακής ανίχνευσης διευρύνουν τη σημασία της για τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες ασφάλειας τροφίμων.
Η τοξίνη παράγεται από ορισμένα στελέχη του βακτηρίου Burkholderia gladioli pathovar cocovenenans. Σε παλαιότερες επιστημονικές δημοσιεύσεις και σε κινεζικές αναφορές μπορεί να απαντά και η ονομασία Pseudomonas cocovenenans subsp. farinofermentans, η οποία αντανακλά προηγούμενη ταξινομική κατάταξη του μικροοργανισμού. Δεν παράγουν όλα τα στελέχη του είδους bongkrekic acid, καθώς η τοξινογόνος ικανότητα εξαρτάται από την παρουσία και την έκφραση συγκεκριμένων γονιδιακών συστάδων. Η ανίχνευση του βακτηρίου σε ένα δείγμα δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι υπάρχει η τοξίνη, ενώ ένα τρόφιμο μπορεί να περιέχει ήδη παραγόμενη BKA ακόμη και όταν ο μικροοργανισμός δεν απομονώνεται εύκολα κατά τον έλεγχο.
Η bongkrekic acid είναι μιτοχονδριακή τοξίνη. Παρεμβαίνει στη λειτουργία του μεταφορέα νουκλεοτιδίων αδενίνης στην εσωτερική μεμβράνη των μιτοχονδρίων και διαταράσσει την ανταλλαγή ADP και ATP, περιορίζοντας την παραγωγή και αξιοποίηση της ενέργειας που απαιτείται για τη λειτουργία των κυττάρων. Όργανα με υψηλές ενεργειακές ανάγκες, όπως το ήπαρ, ο εγκέφαλος, οι νεφροί και η καρδιά, μπορούν να υποστούν σοβαρές βλάβες. Η δράση αυτή εξηγεί την ταχεία μετάβαση από αρχικά γαστρεντερικά ή νευρολογικά συμπτώματα σε ηπατική δυσλειτουργία, μεταβολικές διαταραχές, κυκλοφορική αστάθεια και πολυοργανική ανεπάρκεια.
Η ουσία έχει περιγραφεί ως άχρωμη, άοσμη και άγευστη, χαρακτηριστικά που δεν επιτρέπουν στον καταναλωτή να αναγνωρίσει τη μόλυνση από την εμφάνιση ή την οσμή του τροφίμου. Παρουσιάζει επίσης σημαντική θερμική σταθερότητα, επομένως η θέρμανση ή το συνηθισμένο μαγείρεμα δεν θεωρούνται αξιόπιστοι τρόποι εξουδετέρωσής της. Η καταστροφή του βακτηρίου μετά την παραγωγή της τοξίνης δεν συνεπάγεται απομάκρυνση της BKA από το τρόφιμο. Η πρόληψη εξαρτάται κυρίως από την αποφυγή των συνθηκών που επιτρέπουν την ανάπτυξη τοξινογόνων στελεχών και τη σύνθεση της ουσίας πριν από την κατανάλωση.
Η επιστημονική ανασκόπηση των Dong Han, Jian Chen, Wei Chen και Yanbo Wang, η οποία δημοσιεύθηκε το 2023 στο περιοδικό Foods, περιγράφει τη bongkrekic acid ως αυξανόμενη πρόκληση για την ασφάλεια τροφίμων. Οι συγγραφείς εξέτασαν τη μικροβιολογία του B. gladioli pv. cocovenenans, τον μηχανισμό τοξικότητας, τις καταγεγραμμένες επιδημίες και τις περιβαλλοντικές συνθήκες που ευνοούν την παραγωγή της BKA. Η μελέτη υπογραμμίζει ότι η τοξίνη έχει συνδεθεί με διαφορετικά φυτικά υποστρώματα και ότι η γεωγραφική κατανομή των περιστατικών δεν περιορίζεται πλέον στις ιστορικά γνωστές περιοχές της Νοτιοανατολικής Ασίας.
Οι πρώτες μαζικές δηλητηριάσεις που αποδόθηκαν αργότερα στην bongkrekic acid καταγράφηκαν στην Ινδονησία στα τέλη του 19ου αιώνα και συνδέθηκαν με το tempe bongkrèk, παραδοσιακό ζυμωμένο προϊόν από πίτα καρύδας. Η ονομασία της τοξίνης προέρχεται από αυτό το τρόφιμο. Στις επόμενες δεκαετίες αναφέρθηκαν επιδημίες στην Ινδονησία, στην Κίνα και σε άλλες χώρες, με εμπλεκόμενα προϊόντα καλαμποκιού, ρυζιού, καρύδας, αμυλούχων πρώτων υλών και επανυδατωμένων μανιταριών. Τα δεδομένα από επιμέρους χώρες παρουσιάζουν μεγάλες διαφοροποιήσεις, καθώς οι μελέτες δεν χρησιμοποιούν πάντοτε τα ίδια διαγνωστικά κριτήρια και αρκετά παλαιότερα περιστατικά βασίστηκαν σε επιδημιολογική συσχέτιση χωρίς άμεση εργαστηριακή μέτρηση της τοξίνης.
Δημοσίευση του China CDC Weekly για θανατηφόρο περιστατικό στην Κίνα αναφέρει ότι δηλητηριάσεις από BKA έχουν καταγραφεί στην Ινδονησία, στη Μοζαμβίκη και στην Κίνα, με μέσες αναφερόμενες θνητότητες περίπου 60%, 32% και 26,5% αντίστοιχα. Τα ποσοστά αυτά προέρχονται από ιστορικά σύνολα περιστατικών και δεν πρέπει να ερμηνεύονται ως σταθερή πιθανότητα θανάτου για κάθε ασθενή. Επηρεάζονται από τη δόση, τον χρόνο αναζήτησης ιατρικής βοήθειας, τη διαθεσιμότητα εντατικής θεραπείας, την ακρίβεια της διάγνωσης και τη σοβαρότητα των περιστατικών που καταγράφονται επίσημα.
Στα τρόφιμα που έχουν ενοχοποιηθεί ή εξεταστεί ως φορείς της τοξίνης περιλαμβάνονται τα νωπά και ζυμωμένα noodles ρυζιού, το tempe bongkrèk, προϊόντα από ζυμωμένο καλαμπόκι, ζυμωμένα δημητριακά, αλεύρι γλυκοπατάτας, ποτά από ζυμωμένες αμυλούχες πρώτες ύλες και αποξηραμένα μανιτάρια των γενών Auricularia και Tremella μετά από παρατεταμένη επανυδάτωση. Η κοινή παράμετρος δεν είναι η εθνική προέλευση ή η παραδοσιακή ταυτότητα αυτών των τροφίμων, αλλά η δημιουργία υγρού, πλούσιου σε θρεπτικά συστατικά περιβάλλοντος, στο οποίο μπορεί να αναπτυχθεί το βακτήριο όταν η θερμοκρασία, το pH, η διάρκεια παραμονής και η υγιεινή το επιτρέψουν.
Η παραγωγή της BKA ευνοείται σε ήπιες θερμοκρασίες, σε σχετικά ουδέτερο περιβάλλον, σε χαμηλές συγκεντρώσεις άλατος και παρουσία ορισμένων λιπαρών οξέων. Η βιβλιογραφία αναφέρει συχνά θερμοκρασιακό εύρος περίπου 22 έως 30 βαθμών Κελσίου και pH κοντά στο ουδέτερο ως συνθήκες κατάλληλες για ανάπτυξη και τοξινογένεση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε τρόφιμο που παραμένει σε αυτές τις συνθήκες θα παράγει bongkrekic acid. Απαιτείται παρουσία τοξινογόνου στελέχους, επαρκής χρόνος και κατάλληλη σύσταση του υποστρώματος. Η συνύπαρξη αυτών των παραγόντων μπορεί να εμφανιστεί σε σπιτικές ζυμώσεις χωρίς ελεγχόμενη καλλιέργεια, σε μαγειρεμένα αμυλούχα τρόφιμα που παραμένουν για πολλές ώρες σε θερμοκρασία περιβάλλοντος ή σε προϊόντα που επανυδατώνονται και δεν ψύχονται έγκαιρα.
Το περιστατικό στο εστιατόριο Polam Kopitiam της Ταϊπέι έδωσε στις υγειονομικές αρχές ένα από τα πληρέστερα σύγχρονα επιδημιολογικά σύνολα δεδομένων. Από τις 19 έως τις 24 Μαρτίου 2024, 33 άνθρωποι ασθένησαν μετά την κατανάλωση γευμάτων στο ίδιο κατάστημα, έξι κατέληξαν, εννέα νοσηλεύθηκαν και επτά από τους νοσηλευόμενους χρειάστηκαν εισαγωγή σε μονάδα εντατικής θεραπείας. Η μεταγενέστερη επιστημονική ανάλυση χαρακτηρίζει το συμβάν ως την πρώτη τεκμηριωμένη επιδημία δηλητηρίασης από bongkrekic acid στην Ταϊβάν.
Οι ασθενείς είχαν καταναλώσει μαγειρεμένα υγρά noodles ρυζιού. Τα περισσότερα συμπτώματα εκδηλώθηκαν μέσα σε 12 ώρες, στοιχείο συμβατό με οξεία τοξική έκθεση. Εργαστηριακές εξετάσεις εντόπισαν bongkrekic acid σε βιολογικά δείγματα ασθενών και στο αίμα ενός από τους νεκρούς, σηματοδοτώντας την πρώτη άμεση ανίχνευση της τοξίνης σε ανθρώπινο δείγμα στην Ταϊβάν. Η σχετική κλινική και επιδημιολογική τεκμηρίωση δημοσιεύθηκε αρχικά σε επιστημονικές αναφορές και αργότερα σε αναλυτική μελέτη για την επιδημία.
Κατά την έρευνα, η τοξίνη ανιχνεύθηκε σε δείγματα από τα χέρια ενός μάγειρα, όχι όμως στα διαθέσιμα δείγματα τροφίμων του καταστήματος ή των προμηθευτών. Η απουσία της από τα συγκεκριμένα δείγματα δεν αναιρεί την επιδημιολογική συσχέτιση, επειδή τα ύποπτα γεύματα είχαν ήδη καταναλωθεί και τα μεταγενέστερα δείγματα δεν ήταν κατ’ ανάγκη αντιπροσωπευτικά της παρτίδας που σερβιρίστηκε. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο που δημοσιοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2025, μία κατσαρόλα με noodles είχε παραμείνει εκτός ψυγείου και το περιεχόμενό της χρησιμοποιήθηκε τις επόμενες ημέρες για την παρασκευή πιάτων. Πέντε πρόσωπα που συνδέονταν με το κατάστημα κατηγορήθηκαν για αδικήματα που περιλάμβαναν ανθρωποκτονία από αμέλεια, ενώ ταϊβανέζικα μέσα ανέφεραν ότι οι εισαγγελείς ζήτησαν πολυετείς ποινές φυλάκισης για στελέχη και εργαζομένους της επιχείρησης.
Το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Ταϊβάν παρείχε υποστήριξη στις οικογένειες των έξι θυμάτων για την υποβολή αιτήσεων αποζημίωσης, με αναφερόμενο ποσό 1,8 εκατομμυρίων νέων δολαρίων Ταϊβάν ανά οικογένεια, περίπου 55.000 δολάρια ΗΠΑ με την τότε ισοτιμία. Η νομική εξέλιξη δεν αποτελεί μέρος της αξιολόγησης της EFSA, όμως αποτυπώνει τις συνέπειες που μπορεί να έχει η ανεπαρκής ψύξη μαγειρεμένων αμυλούχων τροφίμων όταν συνδυάζεται με μικροβιακή επιμόλυνση και παρατεταμένη χρήση μιας παρτίδας.
Η υπόθεση της Ταϊβάν έχει ιδιαίτερη αξία για την κατανόηση του αναδυόμενου κινδύνου, επειδή σημειώθηκε σε αστικό εστιατόριο με οργανωμένη εμπορική λειτουργία και όχι σε απομονωμένη οικιακή παραγωγή παραδοσιακού ζυμωμένου προϊόντος. Δείχνει ότι η έκθεση μπορεί να προκύψει και σε μαγειρεμένο τρόφιμο ευρείας κατανάλωσης, όταν η ψυκτική αλυσίδα διακόπτεται και το προϊόν διατηρείται για διάστημα που επιτρέπει ανάπτυξη και παραγωγή τοξίνης. Η διεθνοποίηση των πρώτων υλών, η διάδοση ασιατικών αμυλούχων προϊόντων, η αύξηση των μικρών επιχειρήσεων ζύμωσης και η παραγωγή τροφίμων με ελάχιστη βιομηχανική επεξεργασία δημιουργούν περισσότερα σημεία στα οποία ένα σπάνιο συμβάν μπορεί να αποκτήσει υγειονομική σημασία.
Η EFSA δεν υποστηρίζει ότι υπάρχει σήμερα εκτεταμένη κυκλοφορία μολυσμένων προϊόντων στην Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε ότι όλα τα ζυμωμένα τρόφιμα παρουσιάζουν συγκρίσιμο κίνδυνο. Η καταγραφή της bongkrekic acid λειτουργεί ως προειδοποιητικό σήμα προς τις αρμόδιες αρχές, τα εργαστήρια και τους υπευθύνους επιχειρήσεων τροφίμων. Τα διαθέσιμα δεδομένα δεν επαρκούν ακόμη για αξιόπιστη εκτίμηση της ευρωπαϊκής έκθεσης, επειδή δεν υπάρχουν εκτεταμένα προγράμματα επιτήρησης, εναρμονισμένες μέθοδοι δειγματοληψίας ή συστηματικές μετρήσεις της τοξίνης σε κατηγορίες τροφίμων της αγοράς. Αυτή η αβεβαιότητα αποτελεί βασικό στοιχείο της αξιολόγησης ενός αναδυόμενου κινδύνου: η σοβαρότητα της πιθανής βλάβης είναι τεκμηριωμένη, ενώ η συχνότητα παρουσίας και η πραγματική έκθεση του πληθυσμού παραμένουν ανεπαρκώς χαρτογραφημένες.
Η κλινική εικόνα της δηλητηρίασης από bongkrekic acid χαρακτηρίζεται από ταχεία εξέλιξη. Τα πρώτα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως μέσα σε λίγες ώρες από την κατανάλωση του μολυσμένου τροφίμου και συχνά περιλαμβάνουν κοιλιακό άλγος, ναυτία, επαναλαμβανόμενους εμέτους και διάρροια. Στη συνέχεια μπορεί να ακολουθήσουν έντονη αδυναμία, ζάλη, κεφαλαλγία, ευερεθιστότητα, διαταραχές του επιπέδου συνείδησης και σπασμοί. Σε σοβαρές περιπτώσεις, η τοξική δράση επεκτείνεται σε πολλαπλά όργανα, προκαλώντας οξεία ηπατική βλάβη, νεφρική δυσλειτουργία, εγκεφαλική προσβολή και τελικά πολυοργανική ανεπάρκεια. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα, η εξέλιξη μπορεί να είναι ιδιαίτερα γρήγορη, γεγονός που περιορίζει σημαντικά τα χρονικά περιθώρια αποτελεσματικής υποστηρικτικής αντιμετώπισης.
Η εξαιρετικά υψηλή τοξικότητα της bongkrekic acid αποδίδεται στον τρόπο με τον οποίο διαταράσσει την παραγωγή κυτταρικής ενέργειας. Η αναστολή της ανταλλαγής ADP και ATP στα μιτοχόνδρια προκαλεί ενεργειακή κατάρρευση των κυττάρων, οδηγώντας σε εκτεταμένες βλάβες στους ιστούς. Μελέτες που δημοσιεύθηκαν στα περιοδικά Foods και Foodborne Pathogens and Disease αναφέρουν ότι ποσότητα της τάξης του 1 έως 1,5 mg μπορεί να είναι θανατηφόρα για τον άνθρωπο, γεγονός που κατατάσσει την ουσία μεταξύ των πλέον ισχυρών τροφιμογενών τοξινών που έχουν περιγραφεί στη βιβλιογραφία.
Παρά τη σοβαρότητα της δηλητηρίασης, μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο για τη bongkrekic acid ούτε έχουν αναπτυχθεί τυποποιημένα θεραπευτικά πρωτόκολλα. Η ιατρική αντιμετώπιση βασίζεται αποκλειστικά στην υποστηρικτική αγωγή, με στόχο τη σταθεροποίηση της κυκλοφορίας, τη διατήρηση της αναπνευστικής λειτουργίας, τη διόρθωση των μεταβολικών διαταραχών και την αντιμετώπιση των επιπλοκών από την προσβολή του ήπατος, των νεφρών και του κεντρικού νευρικού συστήματος. Η απουσία ειδικής θεραπείας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που εξηγούν τα υψηλά ποσοστά θνησιμότητας που έχουν καταγραφεί σε αρκετές επιδημίες.
Η εργαστηριακή διάγνωση παρουσιάζει επίσης σημαντικές δυσκολίες. Η επιβεβαίωση της παρουσίας της τοξίνης απαιτεί εξειδικευμένες αναλυτικές τεχνικές, όπως υγρή χρωματογραφία υψηλής απόδοσης σε συνδυασμό με φασματομετρία μάζας (LC-MS/MS), οι οποίες δεν είναι διαθέσιμες σε όλα τα διαγνωστικά εργαστήρια. Η περιορισμένη πρόσβαση σε τέτοιες μεθόδους μπορεί να οδηγήσει σε υποδιάγνωση περιστατικών ή σε λανθασμένη απόδοση των συμπτωμάτων σε άλλες μορφές τροφικής δηλητηρίασης, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει σαφές επιδημιολογικό ιστορικό.
Η μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Journal of Infection για την επιδημία της Ταϊβάν κατέδειξε ότι η εργαστηριακή επιβεβαίωση της bongkrekic acid σε ανθρώπινα βιολογικά δείγματα μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για τη διερεύνηση μιας επιδημίας. Η ανίχνευση της τοξίνης στο αίμα ενός από τους θανόντες αποτέλεσε την πρώτη επίσημη επιβεβαίωση της παρουσίας της στην Ταϊβάν, ενώ όλοι οι νοσηλευόμενοι ασθενείς βρέθηκαν θετικοί στην BKA. Τα δεδομένα αυτά ενίσχυσαν σημαντικά την επιδημιολογική τεκμηρίωση της υπόθεσης και επέτρεψαν την ακριβή ταυτοποίηση του αιτιολογικού παράγοντα.
Οι επιστημονικές ανασκοπήσεις επισημαίνουν ότι η πραγματική συχνότητα των δηλητηριάσεων ενδέχεται να είναι μεγαλύτερη από εκείνη που καταγράφεται στις επίσημες βάσεις δεδομένων. Σε αρκετές περιοχές του κόσμου δεν πραγματοποιείται εξειδικευμένος έλεγχος για bongkrekic acid, ενώ πολλές παλαιότερες επιδημίες αποδόθηκαν γενικά σε άγνωστη τροφιμογενή τοξίνη ή σε βακτηριακή γαστρεντερίτιδα. Η υποκαταγραφή δυσχεραίνει την εκτίμηση της πραγματικής έκθεσης του πληθυσμού και περιορίζει τη δυνατότητα ανάπτυξης στοχευμένων προγραμμάτων επιτήρησης.
Οι ερευνητές αναφέρουν ότι η παραγωγή της τοξίνης επηρεάζεται από έναν συνδυασμό φυσικοχημικών παραμέτρων. Θερμοκρασίες μεταξύ περίπου 22 και 30 βαθμών Κελσίου, σχεδόν ουδέτερο pH, χαμηλή συγκέντρωση άλατος και παρουσία συγκεκριμένων λιπαρών οξέων δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για τη σύνθεση της BKA. Αντίθετα, η σωστή ψύξη των τροφίμων, η αποφυγή παρατεταμένης παραμονής τους σε θερμοκρασία περιβάλλοντος και η εφαρμογή ελεγχόμενων διαδικασιών ζύμωσης περιορίζουν σημαντικά τις πιθανότητες παραγωγής της τοξίνης.
Η EFSA δεν καταγράφει την bongkrekic acid ως αναδυόμενο κίνδυνο επειδή έχουν ήδη σημειωθεί εκτεταμένες επιδημίες στην Ευρώπη, αλλά επειδή θεωρεί ότι οι διαθέσιμες πληροφορίες δικαιολογούν στενότερη παρακολούθηση. Η αύξηση της κατανάλωσης ζυμωμένων τροφίμων, η ευρύτερη διάθεση ασιατικών προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά, η ανάπτυξη μικρών μονάδων παραγωγής τροφίμων με περιορισμένη θερμική επεξεργασία και η αυξανόμενη δημοτικότητα της οικιακής ζύμωσης δημιουργούν νέα δεδομένα που απαιτούν αξιολόγηση. Παράλληλα, η περιορισμένη εμπειρία πολλών ευρωπαϊκών εργαστηρίων στην ανίχνευση της συγκεκριμένης τοξίνης ενισχύει την ανάγκη ανάπτυξης αναλυτικών μεθόδων και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών-μελών.
Η υπόθεση του εστιατορίου Polam Kopitiam στην Ταϊβάν, οι ιστορικές επιδημίες στην Ινδονησία και την Κίνα, τα στοιχεία του NIH για τα υψηλά ποσοστά θνησιμότητας και οι πρόσφατες επιστημονικές μελέτες στα περιοδικά Foods, Journal of Infection και Journal of Infection and Public Health συνθέτουν τη σημερινή εικόνα της γνώσης για τη bongkrekic acid. Η αξιολόγηση της EFSA δεν συνιστά προειδοποίηση για άμεση διατροφική απειλή στην ευρωπαϊκή αγορά, αλλά επισημαίνει την ανάγκη συνεχούς επιστημονικής επιτήρησης, ενίσχυσης των εργαστηριακών δυνατοτήτων και συστηματικής συλλογής δεδομένων, ώστε οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να αναγνωρίζουν έγκαιρα περιστατικά και να περιορίζουν την έκθεση των καταναλωτών σε μία από τις πιο ισχυρές τροφιμογενείς τοξίνες που έχουν περιγραφεί μέχρι σήμερα.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Μεγάλο σουπερμάρκετ ανακαλεί όλα τα «φρεσκοσυσκευασμένα» θαλασσινά που πωλούνται σε ψυγεία προσφορών
- 40 νέες προσλήψεις στον ΕΦΕΤ για την ενίσχυση των ελέγχων τροφίμων – Από τον Σεπτέμβριο επιθεωρήσεις και στα κυλικεία σχολείων
- Ευρωπαϊκός συναγερμός για ρύζι με ορυκτέλαια έως και +19.978% πάνω από το όριο – Η Ελλάδα στις 30 χώρες διανομής, 54 follow-ups (μάρκα και φωτογραφία)
- Ψωμί του τοστ: Πώς επηρεάζει το έντερο όταν ψήνεται σύμφωνα με νέα επιστημονικά ευρήματα
- Φαγητό στις διακοπές: Ο διαιτολόγος Νίκος Ζορζοβίλης αποκαλύπτει τα “κόλπα” για προστασία από τροφικές δηλητηριάσεις
- Σαλμονέλωση στην Ελλάδα: 929 κρούσματα το 2025 – Τι αποκαλύπτουν τα στοιχεία του ΕΟΔΥ μετά το περιστατικό στη Λαμία
- Πρέπει να πλένουμε το σκόρδο πριν το μαγειρέψουμε; Η οδηγία στα σούπερ μάρκετ που ξάφνιασε τους καταναλωτές
- Ποτήρια για νερό: Ποιο υλικό είναι πιο ασφαλές και τι πρέπει να προσέχουμε
- Η εταιρεία καλλυντικών που βρέθηκε με μικρόβια στο νερό παραγωγής και σωρεία παραβάσεων – Η προειδοποιητική επιστολή των Αρχών
- Συσκευασίες τροφίμων στην ΕΕ: Τέλος εποχής από σήμερα για τη δισφαινόλη Α – Λήγει η μεταβατική περίοδος