© Cibum. Όλο το περιεχόμενο του παρόντος δημοσιεύματος, συμπεριλαμβανομένου του φωτογραφικού υλικού, αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Cibum. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή, αντιγραφή ή διασκευή του, εν όλω ή εν μέρει
Η παρουσία περιττωμάτων τρωκτικών και άλλων ιχνών παρασίτων σε καταστήματα και αποθήκες τροφίμων μπορεί να αρκεί για τη διαπίστωση παραβίασης συγκεκριμένων υποχρεώσεων υγιεινής, χωρίς η ελεγκτική αρχή να χρειάζεται να αποδείξει επιπλέον ότι η επιχείρηση παρέλειψε να λάβει όλα τα διαθέσιμα μέτρα πρόληψης. Αυτό προκύπτει από την απόφαση C-483/24, ALDI (Traces of pests), του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία εκδόθηκε στις 13 Μαΐου 2026 και δημοσιεύθηκε πρόσφατα στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η υπόθεση αφορά την ερμηνεία του Κανονισμού (ΕΚ) 852/2004 για την υγιεινή των τροφίμων και ειδικότερα τα όρια μεταξύ των υποχρεώσεων υγιεινής που πρέπει να τηρούνται στην πράξη και των διαδικασιών που βασίζονται στις αρχές HACCP.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Το βαζάκι που έχουμε όλοι στην κουζίνα μπορεί να κρύβει σαλμονέλα – Αναλύσεις, έρευνες και ανακλήσεις αποκαλύπτουν τον κίνδυνο
Η απόφαση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για σούπερ μάρκετ, αποθήκες, επιχειρήσεις λιανικής και γενικότερα επιχειρήσεις που αποθηκεύουν, διακινούν ή διαθέτουν τρόφιμα, επειδή το Δικαστήριο εξέτασε ξεχωριστά τις απαιτήσεις για τον καθαρισμό εξοπλισμού, την προστασία αποθηκευμένων πρώτων υλών και τροφίμων από επιμόλυνση, τις διαδικασίες καταπολέμησης παρασίτων και τα χαρακτηριστικά των εγκαταστάσεων.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Lidl: Ανακαλείται για τρίτη φορά προϊόν της ίδιας ιδιωτικής ετικέτας μέσα στο 2026 (φωτογραφία)
Έντεκα καταγραφές περιττωμάτων τρωκτικών σε έξι καταστήματα και μία αποθήκη
Η υπόθεση ξεκίνησε στο Βέλγιο μετά από σειρά ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν από τον Σεπτέμβριο του 2020 έως τον Ιούλιο του 2022 σε έξι καταστήματα και μία αποθήκη της μεγάλης αλυσίδας Aldi. Οι έλεγχοι έγιναν στις 20 Σεπτεμβρίου 2020, στις 25 Νοεμβρίου 2021, στις 12 Ιανουαρίου 2022, στις 4, 7 και 8 Φεβρουαρίου 2022, στις 29 Ιουνίου 2022 και στις 6 και 13 Ιουλίου 2022.
Στις εκθέσεις των αρμόδιων αρχών καταγράφηκε, μεταξύ άλλων, παρουσία περιττωμάτων τρωκτικών σε 11 περιπτώσεις. Σε τρεις περιπτώσεις εντοπίστηκαν προϊόντα προς πώληση τα οποία ήταν ροκανισμένα και λερωμένα. Καταγράφηκαν επίσης ακαθαρσίες, κίνδυνοι επιμόλυνσης και απουσία συστήματος ελέγχου κατά την παραλαβή των παραδιδόμενων εμπορευμάτων. Ακολούθησε ποινική δίωξη από τη βελγική εισαγγελία για παραβάσεις υποχρεώσεων που απορρέουν από τον Κανονισμό 852/2004.
Η Aldi αθωώθηκε στις 15 Μαρτίου 2023 από το tribunal correctionnel du Luxembourg, division Neufchâteau. Η αθώωση επικυρώθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2024 από το Εφετείο της Λιέγης. Το εφετείο είχε δεχθεί ότι ο Κανονισμός 852/2004 δεν επιβάλλει στις επιχειρήσεις τροφίμων υποχρέωση επίτευξης συγκεκριμένου αποτελέσματος ως προς την καταπολέμηση παρασίτων, αλλά υποχρέωση να καταβάλλουν τις απαιτούμενες προσπάθειες. Με αυτή την ερμηνεία, η παρουσία ιχνών και περιττωμάτων παρασίτων δεν αρκούσε από μόνη της για να στοιχειοθετήσει παραβίαση του Κανονισμού. Το δικαστήριο είχε στηριχθεί και στις αρχές HACCP, καθώς και στη σχετική ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα συστήματα διαχείρισης ασφάλειας τροφίμων.
Ο εισαγγελέας προσέφυγε στο βελγικό Cour de cassation, υποστηρίζοντας διαφορετική ερμηνεία: η ευχέρεια της επιχείρησης αφορά την επιλογή των πρακτικών που θα χρησιμοποιήσει για την αντιμετώπιση του κινδύνου και όχι την απαλλαγή της από τις συγκεκριμένες απαιτήσεις υγιεινής όταν οι ελεγκτές διαπιστώνουν παρουσία παρασίτων. Το Cour de cassation παρέπεμψε το ζήτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το ερώτημα που έφτασε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο
Το κρίσιμο ζήτημα ήταν εάν οι υποχρεώσεις του Κανονισμού 852/2004 επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να θεωρήσουν την παρουσία περιττωμάτων και άλλων ιχνών παρασίτων επαρκή απόδειξη παραβίασης ή εάν πρέπει να αποδείξουν επιπλέον ότι η επιχείρηση δεν έκανε ό,τι ήταν δυνατό για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Το ΔΕΕ δεν έδωσε μία ενιαία απάντηση για κάθε διάταξη του Κανονισμού. Εξέτασε χωριστά τις διαφορετικές υποχρεώσεις του Παραρτήματος II του 852/2004 και προσδιόρισε τι πρέπει να αποδεικνύεται σε καθεμία από αυτές. Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική για την εφαρμογή της απόφασης, καθώς πλέον η παρουσία παρασίτων δεν αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο όταν εξετάζεται ο καθαρισμός εξοπλισμού, η προστασία τροφίμων, το pest control ή η καταλληλότητα του σχεδιασμού ενός κτιρίου.
Πότε τα ίχνη παρασίτων αρκούν για τη διαπίστωση παραβίασης
Για τον εξοπλισμό και τα αντικείμενα που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα, το Παράρτημα II του Κανονισμού 852/2004 απαιτεί αποτελεσματικό καθαρισμό και, όπου χρειάζεται, απολύμανση με συχνότητα επαρκή ώστε να αποφεύγεται κάθε κίνδυνος επιμόλυνσης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η απαίτηση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει τηρηθεί όταν οι αρμόδιες αρχές εντοπίζουν ίχνη και περιττώματα παρασίτων σε εξοπλισμό ή αντικείμενα που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα.
Ανάλογη ερμηνεία δόθηκε για την αποθήκευση πρώτων υλών και συστατικών. Ο Κανονισμός απαιτεί να διατηρούνται σε συνθήκες που αποτρέπουν την επιβλαβή αλλοίωση και τα προστατεύουν από επιμόλυνση. Όταν σε χώρους αποθήκευσης εντοπίζονται ίχνη και περιττώματα παρασίτων μαζί με ροκανισμένα και λερωμένα προϊόντα, η συγκεκριμένη υποχρέωση δεν θεωρείται ότι έχει εκπληρωθεί.
Ο ίδιος κανόνας εφαρμόζεται στην υποχρέωση προστασίας των τροφίμων σε όλα τα στάδια παραγωγής, επεξεργασίας και διανομής από επιμόλυνση που μπορεί να τα καταστήσει ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση, επιβλαβή για την υγεία ή μολυσμένα σε βαθμό ώστε να μην είναι εύλογο να καταναλωθούν. Εάν οι ελεγκτές βρουν τρόφιμα λερωμένα και ροκανισμένα από παράσιτα σε κατάστημα ή αποθήκη επιχείρησης τροφίμων, το ΔΕΕ έκρινε ότι η συγκεκριμένη απαίτηση του Κανονισμού δεν έχει τηρηθεί.
Η επαναλαμβανόμενη παρουσία παρασίτων και το pest control
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η ερμηνεία του Δικαστηρίου για την παράγραφο 4 του Κεφαλαίου IX του Παραρτήματος II του Κανονισμού 852/2004, η οποία απαιτεί από τις επιχειρήσεις τροφίμων να διαθέτουν επαρκείς διαδικασίες ελέγχου των παρασίτων. Μία διαπίστωση παρουσίας παρασίτων αποτελεί, κατά το Δικαστήριο, ισχυρή ένδειξη που συμβάλλει στην απόδειξη ότι δεν υπήρχαν επαρκείς διαδικασίες ελέγχου.
Η νομική αξιολόγηση γίνεται αυστηρότερη όταν το εύρημα επαναλαμβάνεται. Το ΔΕΕ αποφάνθηκε ότι η επανειλημμένη διαπίστωση ιχνών και περιττωμάτων παρασίτων από την αρμόδια αρχή αρκεί για να αποδειχθεί ότι ο υπεύθυνος της επιχείρησης δεν είχε θέσει σε εφαρμογή επαρκείς διαδικασίες καταπολέμησής τους. Η συγκεκριμένη διάκριση έχει άμεση σχέση με τον τρόπο τεκμηρίωσης ενός προγράμματος pest control. Η ύπαρξη διαδικασίας καταπολέμησης παρασίτων εξετάζεται μαζί με τα πραγματικά ευρήματα που καταγράφονται κατά τους επίσημους ελέγχους.
Τι ισχύει για το HACCP
Η Aldi είχε επικαλεστεί τις αρχές HACCP κατά τη δικαστική διαδικασία στο Βέλγιο. Το ΔΕΕ εξέτασε ειδικά τη σχέση μεταξύ του άρθρου 5 του Κανονισμού 852/2004, που αφορά τις διαδικασίες βάσει HACCP, και των γενικών απαιτήσεων υγιεινής του Παραρτήματος II.
Το άρθρο 5 απαιτεί από τις επιχειρήσεις τροφίμων να θεσπίζουν, να εφαρμόζουν και να διατηρούν μόνιμες διαδικασίες βασισμένες στις αρχές HACCP. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ο εντοπισμός των κινδύνων που πρέπει να προλαμβάνονται, να εξαλείφονται ή να μειώνονται σε αποδεκτά επίπεδα, ο προσδιορισμός κρίσιμων σημείων ελέγχου, η παρακολούθηση, οι διορθωτικές ενέργειες, η επαλήθευση της αποτελεσματικότητας των μέτρων και η τήρηση κατάλληλων εγγράφων και αρχείων.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η εφαρμογή των αρχών HACCP δεν απαλλάσσει μια επιχείρηση τροφίμων από την ευθύνη που προκύπτει όταν παραβιάζονται οι απαιτήσεις του Παραρτήματος II σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παράγραφος 2 του Κανονισμού. Οι υποχρεώσεις του άρθρου 4 και εκείνες του άρθρου 5 χαρακτηρίστηκαν από το Δικαστήριο συμπληρωματικές ως προς την ευθύνη των επιχειρήσεων τροφίμων.
Η πρόβλεψη ευελιξίας στην εφαρμογή των συστημάτων διαχείρισης ασφάλειας τροφίμων δεν μεταβάλλει αυτή τη σχέση. Το ΔΕΕ αναφέρει ότι η ευελιξία που επιτρέπει τη συνέχιση παραδοσιακών μεθόδων δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την υπονόμευση των στόχων υγιεινής των τροφίμων. Έτσι, η ύπαρξη συστήματος HACCP, διαδικασιών παρακολούθησης ή σχετικής τεκμηρίωσης δεν εμποδίζει τη διαπίστωση συγκεκριμένης παραβίασης των απαιτήσεων υγιεινής όταν τα πραγματικά ευρήματα εμπίπτουν στις περιπτώσεις που περιγράφει η απόφαση.
Η εξαίρεση για τη διαρρύθμιση και την κατασκευή των εγκαταστάσεων
Το Δικαστήριο έθεσε διαφορετικό αποδεικτικό κανόνα για τις απαιτήσεις που συνδέονται με τη διαρρύθμιση, τον σχεδιασμό, την κατασκευή, τη χωροθέτηση και το μέγεθος των εγκαταστάσεων τροφίμων. Το Κεφάλαιο I του Παραρτήματος II προβλέπει ότι τα χαρακτηριστικά των εγκαταστάσεων πρέπει να επιτρέπουν την εφαρμογή καλών πρακτικών υγιεινής, περιλαμβανομένης της προστασίας από επιμόλυνση και της καταπολέμησης παρασίτων.
Σε αυτή την περίπτωση, η παρουσία ιχνών ή περιττωμάτων παρασίτων μέσα στις εγκαταστάσεις δεν αρκεί από μόνη της για να αποδειχθεί παραβίαση της συγκεκριμένης απαίτησης. Για να διαπιστωθεί παράβαση που αφορά τα χαρακτηριστικά του κτιρίου, πρέπει να αποδειχθεί ότι η διαρρύθμιση, ο σχεδιασμός, η κατασκευή, η θέση ή άλλα χαρακτηριστικά των χώρων δεν επιτρέπουν την εφαρμογή καλών πρακτικών υγιεινής. Πρόκειται για διαφορετικό αποδεικτικό επίπεδο από εκείνο που εφαρμόζεται, για παράδειγμα, σε ροκανισμένα και λερωμένα τρόφιμα ή σε ίχνη παρασίτων πάνω σε εξοπλισμό που έρχεται σε επαφή με τρόφιμα.
Τι μπορούν πλέον να αποδείξουν οι ελεγκτές μόνο από τα ευρήματα
Το διατακτικό της C-483/24 διαχωρίζει τις περιπτώσεις με συγκεκριμένο τρόπο. Για τις απαιτήσεις του Κεφαλαίου V παράγραφος 1 στοιχείο α΄ και του Κεφαλαίου IX παράγραφοι 2 και 3 του Παραρτήματος II, το ΔΕΕ αποφάσισε ότι η διαπίστωση ιχνών και περιττωμάτων παρασίτων σε καταστήματα και αποθήκες μπορεί να αρκεί για την απόδειξη παραβίασης των σχετικών υποχρεώσεων. Η αρμόδια αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει επιπλέον ότι η επιχείρηση παρέλειψε να λάβει όλα τα διαθέσιμα μέτρα για την πρόληψη της παρουσίας των παρασίτων.
Για τις διαδικασίες pest control του Κεφαλαίου IX παράγραφος 4, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στη λέξη «επαναλαμβανόμενη»: το Δικαστήριο έκρινε ότι η επανειλημμένη διαπίστωση τέτοιων ιχνών και περιττωμάτων αρκεί για να αποδειχθεί ότι δεν είχαν τεθεί σε εφαρμογή επαρκείς διαδικασίες ελέγχου των παρασίτων. Για τις απαιτήσεις που αφορούν τα χαρακτηριστικά των εγκαταστάσεων, η αρχή πρέπει να αποδείξει ότι αυτά δεν επιτρέπουν την εφαρμογή καλών πρακτικών υγιεινής.
Η διαφοροποίηση αυτή αποτρέπει μία γενικευμένη ερμηνεία σύμφωνα με την οποία κάθε ίχνος παρασίτου αποδεικνύει αυτομάτως κάθε πιθανή παράβαση του Κανονισμού 852/2004. Το είδος του ευρήματος, το σημείο όπου εντοπίστηκε, η σχέση του με τρόφιμα ή εξοπλισμό και η επανάληψή του συνδέονται με διαφορετικές διατάξεις και διαφορετικές αποδεικτικές απαιτήσεις.
Η κύρια ευθύνη για την ασφάλεια τροφίμων παραμένει στην επιχείρηση
Στη νομική ανάλυσή του το Δικαστήριο συνέδεσε τον Κανονισμό 852/2004 με τον Κανονισμό (ΕΚ) 178/2002, τον θεμελιώδη κανονισμό του γενικού δικαίου τροφίμων της ΕΕ. Το άρθρο 17 του Κανονισμού 178/2002 προβλέπει ότι οι επιχειρήσεις τροφίμων, σε όλα τα στάδια παραγωγής, μεταποίησης και διανομής που βρίσκονται υπό τον έλεγχό τους, πρέπει να εξασφαλίζουν ότι τα τρόφιμα πληρούν τις απαιτήσεις της νομοθεσίας που σχετίζονται με τις δραστηριότητές τους και να επαληθεύουν ότι αυτές τηρούνται. Ο Κανονισμός 852/2004 ακολουθεί την ίδια αρχή, ορίζοντας ότι η κύρια ευθύνη για την ασφάλεια των τροφίμων ανήκει στον υπεύθυνο της επιχείρησης τροφίμων.
Το ΔΕΕ χρησιμοποίησε επίσης τον ευρύ ορισμό της «επιμόλυνσης». Στον Κανονισμό 852/2004 η επιμόλυνση ορίζεται ως παρουσία ή εισαγωγή κινδύνου, ενώ ο Κανονισμός 178/2002 περιγράφει τον κίνδυνο ως βιολογικό, χημικό ή φυσικό παράγοντα στα τρόφιμα, ή κατάσταση των τροφίμων, που μπορεί να προκαλέσει δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία. Κατά το Δικαστήριο, η ευρεία αυτή έννοια συνδέεται με τον στόχο υψηλού επιπέδου ασφάλειας τροφίμων και προστασίας της υγείας των καταναλωτών.
Τι σημαίνει η απόφαση για σούπερ μάρκετ, αποθήκες και επιχειρήσεις τροφίμων
Η C-483/24 αφορά ποινική διαδικασία στο Βέλγιο, όμως η ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο αφορά τον Κανονισμό 852/2004, ο οποίος εφαρμόζεται στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για έναν επίσημο έλεγχο, αποκτούν ιδιαίτερη αποδεικτική σημασία η ακριβής θέση των ευρημάτων, η επαφή ή εγγύτητά τους με τρόφιμα, η κατάσταση των προϊόντων, η παρουσία ροκανισμένων ή λερωμένων συσκευασιών και τροφίμων, η κατάσταση εξοπλισμού και επιφανειών και η διαπίστωση του ίδιου προβλήματος σε επόμενους ελέγχους.
Για την επιχείρηση, τα αρχεία HACCP και η τεκμηρίωση του pest control εξακολουθούν να αποτελούν μέρος των υποχρεώσεων διαχείρισης της ασφάλειας τροφίμων. Η απόφαση C-483/24 προσδιορίζει όμως ότι η εφαρμογή HACCP δεν εξουδετερώνει την ευθύνη που μπορεί να προκύψει από πραγματικά ευρήματα τα οποία αποδεικνύουν παραβίαση συγκεκριμένων απαιτήσεων του Παραρτήματος II.
Η υπόθεση είχε ιδιαίτερα εκτεταμένο πραγματικό υπόβαθρο: οι έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν σε διάστημα σχεδόν δύο ετών, αφορούσαν έξι καταστήματα και μία αποθήκη και κατέγραψαν περιττώματα τρωκτικών σε 11 περιπτώσεις. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι επαναλαμβανόμενοι έλεγχοι, σε χρονικά διαστήματα αρκετών μηνών και σε διαφορετικές εγκαταστάσεις της επιχείρησης, είχαν αποκαλύψει ίχνη παρασίτων μέσα, πάνω και πολύ κοντά σε τρόφιμα, τα περισσότερα από τα οποία βρίσκονταν ήδη στο στάδιο διάθεσης στην αγορά και ήταν προσβάσιμα στους καταναλωτές.
Η απόφαση δημοσιεύθηκε πλέον στην Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ
Η απόφαση του Τρίτου Τμήματος του Δικαστηρίου εκδόθηκε στις 13 Μαΐου 2026 με αριθμό ECLI:EU:C:2026:396. δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως C/2026/3496. Ο φάκελος της ευρωπαϊκής προδικαστικής διαδικασίας εμφανίζεται στο InfoCuria ως κλειστός. Η ευρωπαϊκή απόφαση δεν αποτελεί τελική ποινική απόφαση για την Aldi. Το ΔΕΕ κλήθηκε να ερμηνεύσει τις διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης έπειτα από προδικαστικό ερώτημα του βελγικού Cour de cassation. Η εκκρεμής εθνική διαφορά πρέπει να κριθεί από το αρμόδιο βελγικό δικαστήριο με βάση την ερμηνεία που έδωσε το ΔΕΕ.
Μέχρι σήμερα 30 Αυγούστου 2026 δεν προκύπτει δημοσιευμένη μεταγενέστερη απόφαση του βελγικού Cour de cassation που να επιτρέπει να αναφερθεί ότι η Aldi καταδικάστηκε ή ότι η εθνική ποινική διαδικασία έχει ολοκληρωθεί. Η C-483/24 καθορίζει, πάντως, το νομικό κριτήριο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί στην υπόθεση: για ορισμένες απαιτήσεις υγιεινής τα ίδια τα ευρήματα παρασίτων μπορούν να αποδεικνύουν την παράβαση, για την επάρκεια των διαδικασιών pest control η επαναλαμβανόμενη παρουσία αποκτά αποφασιστική αποδεικτική βαρύτητα και για τα χαρακτηριστικά των εγκαταστάσεων απαιτείται απόδειξη ότι το κτίριο ή η διαμόρφωσή του δεν επιτρέπουν την εφαρμογή καλών πρακτικών υγιεινής.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Καρκινογόνο ακρυλαμίδιο στα τρόφιμα: Ποια εμφανίζουν τις υψηλότερες συγκεντρώσεις σύμφωνα με ανάλυση 17 ετών του RASFF
- Ο μουσακάς γίνεται μάθημα Χημείας Τροφίμων – Τι πραγματικά συμβαίνει μέσα στο ταψί – Του Ν. Γδοντέλη
- Η δίαιτα που μειώνει κατά 67% το λίπος στο ήπαρ και «φρενάρει» τον προδιαβήτη – Κλινική μελέτη του Πανεπιστημίου Ουάσινγκτον
- Μελατονίνη για καλό ύπνο: Οι γκρίζες ζώνες, οι κίνδυνοι και τα όρια του ΕΟΦ – Στοιχεία από 9 επιστημονικές και επίσημες πηγές
- Ανάκληση αναψυκτικού με αζωχρωστική 150% πάνω από το όριο – Το προϊόν διατίθεται και στην Ελλάδα (φωτογραφία)