© Cibum. Με επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος. Απαγορεύεται η αντιγραφή, αναπαραγωγή ή αναδημοσίευση. Κάθε μη εξουσιοδοτημένη χρήση δύναται να επιφέρει τις προβλεπόμενες από τον νόμο κυρώσεις.
Λίγους μήνες μετά την έρευνα του γαλλικού περιοδικού καταναλωτών Que Choisir, που έθεσε ερωτήματα για το τι πραγματικά κρύβεται πίσω από την ονομασία «Savon de Marseille», ένα συγκεκριμένο σαπούνι Μασσαλίας με ελαιόλαδο ανακαλείται από τη γαλλική αγορά λόγω ανίχνευσης φαινόλης, ουσίας η χρήση της οποίας έχει απαγορευτεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση στα καλλυντικά και στα προϊόντα προσωπικής υγιεινής από το 2005.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανάκληση Ιταλικού Pecorino – Πώς ένα ψυγείο που στάζει μπορεί να μολύνει το τυρί με Listeria
Η επίσημη ειδοποίηση δημοσιεύθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2026 στη γαλλική πλατφόρμα RappelConso, χαρακτηρίζει τον κίνδυνο ως «χημικό» και οι καταναλωτές κλήθηκαν να σταματήσουν τη χρήση του προϊόντος και να το επιστρέψουν στο σημείο πώλησης, με δυνατότητα επιστροφής χρημάτων ή ανταλλαγής. Η ανάκληση αφορά το «Savon de Marseille Huile d’olive extra pur» της La Vie Claire, σε συσκευασία τριών τεμαχίων των 100 γραμμαρίων (δείτε παρακάτω την φωτογραφία του προϊόντος). Πρόκειται συγκεκριμένα για προϊόν με GTIN 3266191023106 και παρτίδα 25289, το οποίο διατέθηκε από τις 16 Ιανουαρίου έως τις 2 Ιουλίου 2026 στα καταστήματα La Vie Claire σε ολόκληρη τη Γαλλία.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Πατατάκια ανακαλούνται εσπευσμένα – Τι κρύβεται πίσω από τη σοβαρή προειδοποίηση για τους καταναλωτές
Η La Vie Claire είναι γαλλική αλυσίδα βιολογικών προϊόντων με δικά της προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας και παρουσία και εκτός Γαλλίας. Σε συνέντευξη του διευθυντή ανάπτυξης της εταιρείας τον Απρίλιο 2026 αναφέρεται δίκτυο 325 καταστημάτων στη Γαλλία και διεθνώς, από τα οποία 10 σημεία βρίσκονταν στο εξωτερικό. Μάλιστα, τον Μάρτιο του 2026 η εταιρεία προχώρησε σε σημαντική επέκταση στο Βέλγιο, εντάσσοντας έξι καταστήματα της Biocap στο δίκτυό της.
Η γαλλική ανακοίνωση αναφέρει ως αιτία της ανάκλησης την «ανίχνευση φαινόλης». Η φαινόλη, με CAS 108-95-2 και αριθμό EC 203-632-7, βρίσκεται στον κατάλογο ουσιών που απαγορεύονται στα καλλυντικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ECHA την καταγράφει στο Παράρτημα II του Κανονισμού (ΕΚ) 1223/2009 για τα καλλυντικά, με αριθμό αναφοράς 1175 και μέγιστη επιτρεπόμενη συγκέντρωση 0% για όλες τις κατηγορίες καλλυντικών προϊόντων. Η απαγόρευση της φαινόλης στα καλλυντικά έχει ιστορία άνω των δύο δεκαετιών. Η ουσία εντάχθηκε το 2005 στον κατάλογο των συστατικών που δεν επιτρέπονταν στα καλλυντικά βάσει της τότε ευρωπαϊκής Οδηγίας για τα καλλυντικά. Το κανονιστικό αυτό καθεστώς διατηρήθηκε στη μεταγενέστερη ευρωπαϊκή νομοθεσία. Πριν από την απαγόρευσή της στα καλλυντικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση η φαινόλη γνωστή και ως καρβολικό οξύ και τα άλατά της, επιτρέπονταν υπό περιορισμούς σε σαπούνια και σαμπουάν, σε συγκεντρώσεις έως 1%, κυρίως λόγω των αντισηπτικών και απολυμαντικών ιδιοτήτων της.
Η εναρμονισμένη ταξινόμηση της φαινόλης στην Ευρωπαϊκή Ένωση περιλαμβάνει Muta. 2, δηλαδή ύποπτη για πρόκληση γενετικών ελαττωμάτων, Acute Tox. 3 για οξεία τοξικότητα, STOT RE 2 για ειδική τοξικότητα σε όργανα-στόχους έπειτα από επανειλημμένη έκθεση και Skin Corr. 1B για διαβρωτική δράση στο δέρμα. Ιδιαίτερη σημασία για προϊόντα που εφαρμόζονται στο δέρμα έχει και η δυνατότητα δερματικής απορρόφησης της ουσίας: η ECHA αναφέρει ότι η ευρωπαϊκή οριακή τιμή επαγγελματικής έκθεσης για τη φαινόλη συνοδεύεται από ειδική ένδειξη για τον κίνδυνο σημαντικής πρόσληψης μέσω του δέρματος.
Η ουσία αυτή, εξακολουθεί παράλληλα να αποτελεί αντικείμενο αξιολόγησης στο ευρωπαϊκό σύστημα χημικών ουσιών. Στη βάση δεδομένων της ECHA καταγράφεται για το 2026 στοχευμένος έλεγχος συμμόρφωσης του φακέλου της ουσίας, με ημερομηνία 25 Μαΐου 2026 και κατάσταση «Information requested», γεγονός που σημαίνει ότι ζητήθηκαν πρόσθετες πληροφορίες στο πλαίσιο της διαδικασίας αξιολόγησης βάσει REACH. Στην ίδια βάση καταγράφεται προηγούμενος, ευρύτερος έλεγχος συμμόρφωσης για τη φαινόλη, ο οποίος εμφανίζεται ως ολοκληρωμένος στις 8 Ιουλίου 2024. Οι διαδικασίες αυτές αφορούν την αξιολόγηση της ουσίας και των δεδομένων που υποβάλλονται βάσει REACH.
Υπενθυμίζεται ότι τον Ιούνιο είχε προκαλέσει θόρυβο έρευνα του καταναλωτικού μέσου Que Choisir για τα προϊόντα με την ονομασία «Σαπούνι Μασσαλίας». Η έρευνα του Que Choisir είχε επισημάνει ότι δεν υπάρχει ενιαίος επίσημος ορισμός που να εγγυάται από μόνος του, μέσω της συγκεκριμένης ονομασίας, τον τόπο παραγωγής, τη χρησιμοποιούμενη διαδικασία ή την προέλευση των φυτικών ελαίων ενός προϊόντος που πωλείται ως σαπούνι Μασσαλίας.
Όπως είχε επισημάνει το Que Choisir, η ονομασία «Savon de Marseille» δεν προστατεύεται από έναν ενιαίο επίσημο ορισμό ή μία κοινή προδιαγραφή που να καθορίζει υποχρεωτικά τον τόπο παραγωγής, τη μέθοδο παρασκευής και την προέλευση των συστατικών. Έτσι, προϊόντα που φέρουν την ίδια ονομασία μπορεί να παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές ως προς τη σύνθεση και την παραγωγή τους, ενώ ακόμη και η ένδειξη «Fabriqué en France» δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι όλα τα στάδια παραγωγής πραγματοποιήθηκαν στη Γαλλία.
Ιδιαίτερη αναφορά είχε γίνει και στις χρησιμοποιούμενες λιπαρές ύλες. Το πράσινο χρώμα ενός σαπουνιού Μασσαλίας δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι περιέχει παρθένο ελαιόλαδο, ενώ στην παραδοσιακή παραγωγή μπορεί να χρησιμοποιείται πυρηνέλαιο και έλαια διαφορετικής γεωγραφικής προέλευσης. Αντίστοιχα, η γνωστή ένδειξη «72%» δεν σημαίνει ότι το προϊόν περιέχει 72% ελαιόλαδο, αλλά παραπέμπει ιστορικά στην περιεκτικότητα σε σαπωνοποιημένη λιπαρή ύλη κατά την παραγωγή. Η συγκεκριμένη έρευνα αφορούσε ζητήματα σύνθεσης, προέλευσης και διαφάνειας και δεν συνδεόταν με την παρουσία φαινόλης που οδήγησε στη σημερινή ανάκληση.
Το σαπούνι Μασσαλίας που ανακλήθηκε λόγω φαινόλης
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ