Τα φυτικά ροφήματα έχουν εξελιχθεί από μια εναλλακτική επιλογή για λίγους σε μια παγκόσμια αγορά δισεκατομμυρίων. Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις, η παγκόσμια αγορά φυτικού «γάλακτος» αποτιμήθηκε περίπου στα 22,7 δισ. δολάρια το 2025, αναμένεται να ξεπεράσει τα 24 δισ. δολάρια το 2026 και, με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης περίπου 6,7%–7,5%, μπορεί να πλησιάσει ή να ξεπεράσει τα 40 δισ. δολάρια μέσα στην επόμενη δεκαετία. Η ταχεία εξάπλωση προϊόντων από βρώμη, σόγια, αμύγδαλο και ρύζι, ωστόσο, στρέφει πλέον το επιστημονικό ενδιαφέρον και σε μια λιγότερο προβεβλημένη πλευρά τους: τους φυσικούς και χημικούς επιμολυντές που μπορεί να μεταφέρονται από τη φυτική πρώτη ύλη στο τελικό ρόφημα. Ιδιαίτερη προσοχή συγκεντρώνουν οι μυκοτοξίνες, φυσικές τοξίνες που παράγονται από ορισμένους μύκητες και που σε υψηλές συγκεντρώσεις βλάπτουν την υγεία.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Καφές: To είδος καφέ που οδήγησε σε ευρωπαϊκό συναγερμό μέσω RASFF μετά από ασθένειες καταναλωτώνή
Η αντικατάσταση μιας ζωικής πρώτης ύλης από φυτικές δεν αλλάζει μόνο το διατροφικό προφίλ. Αλλάζει και το είδος των ανεπιθύμητων ουσιών στις οποίες μπορεί να εκτεθεί ο καταναλωτής. Πρόσφατες αναλύσεις φυτικών ροφημάτων από διαφορετικές ευρωπαϊκές αγορές δείχνουν ότι οι πρώτες ύλες αφήνουν το δικό τους «αποτύπωμα»: οι επιστήμονες έχουν εντοπίσει εκτός από μυκοτοξίνες,και στοιχεία όπως αρσενικό, νικέλιο, κάδμιο και μόλυβδο. Το ενδιαφέρον είναι ότι τα ευρήματα διαφέρουν σημαντικά μεταξύ βρώμης, σόγιας, αμυγδάλου και ρυζιού.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Πατατάκια σε σακουλάκι: Τι θα συμβεί στον οργανισμό σας αν φάτε ένα πολύ σκούρο πατατάκι – Τι δείχνουν 10 μελέτες και πηγές
120 φυτικά ροφήματα και ένα εντυπωσιακό εύρημα
Μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2026 στο Food Control ανέλυσε συνολικά 212 plant-based προϊόντα από τη βρετανική αγορά, από τα οποία 120 ήταν φυτικά ροφήματα. Οι ερευνητές αναζήτησαν 19 μυκοτοξίνες χρησιμοποιώντας LC-MS/MS. Στη μελέτη περιλαμβάνονταν γνωστές μυκοτοξίνες, όπως αφλατοξίνες, ωχρατοξίνη Α (OTA), δεοξυνιβαλενόλη (DON), φουμονισίνες και T-2/HT-2, αλλά και λιγότερο γνωστές ή «αναδυόμενες» ενώσεις όπως enniatins και beauvericin. Το βασικό εύρημα ήταν ότι σε όλα τα φυτικά ροφήματα που εξετάστηκαν ανιχνεύθηκε τουλάχιστον μία από τις μυκοτοξίνες που αναζητήθηκαν, ενώ ήταν συχνή και η συνύπαρξη περισσότερων της μίας.
Οι διαφορές ανάλογα με την πρώτη ύλη ήταν αξιοσημείωτες. Τα ροφήματα βρώμης εμφάνισαν υψηλή παρουσία τοξινών HT-2 και T-2 και φουμονισινών, ενώ στα ροφήματα σόγιας η ωχρατοξίνη Α ανιχνεύθηκε στο 90% των δειγμάτων. Τα ροφήματα αμυγδάλου παρουσίασαν συγκριτικά χαμηλότερη επιβάρυνση, αν και σε αυτά επίσης εντοπίστηκαν συχνά αναδυόμενες μυκοτοξίνες. Υπάρχει όμως μια κρίσιμη λεπτομέρεια: οι συγκεντρώσεις που ποσοτικοποιήθηκαν ήταν κάτω από τα σχετικά κανονιστικά επίπεδα που χρησιμοποιήθηκαν από τους ερευνητές για σύγκριση. Αυτό που τους προβληματίζει περισσότερο είναι η συχνή ταυτόχρονη παρουσία διαφορετικών μυκοτοξινών και η πιθανή αθροιστική έκθεση.
Τι βρήκε το γερμανικό BfR σε άλλα 162 προϊόντα
Τα βρετανικά αποτελέσματα δεν είναι τα μόνα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αποτελέσματα του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Ινστιτούτου Αξιολόγησης Κινδύνου (BfR), το οποίο το 2026 επικαιροποίησε την αξιολόγησή του για τις μυκοτοξίνες στα φυτικά ροφήματα, χρησιμοποιώντας νέα δεδομένα από 162 προϊόντα. Ανάμεσά τους βρίσκονταν 39 ροφήματα αμυγδάλου, στα οποία το BfR εντόπισε ένα εύρημα που θεωρεί σημαντικό από πλευράς δημόσιας υγείας: την παρουσία αφλατοξίνης Β1 (AFB1).
Η AFB1 ανιχνεύθηκε σε 31 από τα 39 δείγματα αμυγδάλου, δηλαδή περίπου στο 80% των προϊόντων που εξετάστηκαν. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι και τα 31 δείγματα περιείχαν συγκεντρώσεις που μπορούσαν να ποσοτικοποιηθούν με ακρίβεια: σύμφωνα με τα αναλυτικά στοιχεία του BfR, 11 από τα 39 δείγματα ήταν πάνω από το όριο ποσοτικοποίησης (LOQ). Η μέγιστη συγκέντρωση που καταγράφηκε ήταν 55 ng/kg.
Η συγκεκριμένη μυκοτοξίνη έχει ιδιαίτερη τοξικολογική σημασία. Η αφλατοξίνη Β1 είναι γονιδιοτοξική και καρκινογόνος και, γι’ αυτό, δεν μπορεί να καθοριστεί επίπεδο πρόσληψης κάτω από το οποίο να αποκλείεται πλήρως ο κίνδυνος. Η μακροχρόνια έκθεση συνδέεται κυρίως με βλάβες στο ήπαρ και αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του ήπατος.
Με βάση τις συγκεντρώσεις που μετρήθηκαν και τα σενάρια κατανάλωσης που εξέτασε, το BfR κατέληξε ότι η κατανάλωση των συγκεκριμένων ροφημάτων αμυγδάλου μπορεί να ενέχει κίνδυνο για ιδιαίτερα ευαίσθητες ομάδες, όπως τα παιδιά, αξιολογώντας ότι ενδεχόμενες επιπτώσεις στην υγεία μπορούν να εμφανιστούν με «μέτρια πιθανότητα». Το συμπέρασμα παρέμεινε ίδιο όταν στην αξιολόγηση συμπεριλήφθηκαν και οι υπόλοιπες αφλατοξίνες B2, G1 και G2.
Το BfR επισημαίνει μάλιστα μια ενδιαφέρουσα διαφορά σε σχέση με το αγελαδινό γάλα. Όταν οι αφλατοξίνες των ζωοτροφών περνούν στο γάλα της αγελάδας, μεταβολίζονται και στο γάλα απαντάται κυρίως η αφλατοξίνη Μ1 (AFM1), η οποία, σύμφωνα με το Ινστιτούτο, έχει περίπου δέκα φορές χαμηλότερο τοξικό δυναμικό από την AFB1. Αντίθετα, η AFB1 που μπορεί να υπάρχει στα αμύγδαλα δεν μεταβολίζεται σε AFM1 κατά την παραγωγή του ροφήματος αμυγδάλου.
Στα ίδια προϊόντα βρέθηκε και ωχρατοξίνη Α (OTA). Ανιχνεύθηκε σε 33 από τα 39 ροφήματα αμυγδάλου, αν και μόνο 7 δείγματα βρίσκονταν πάνω από το όριο ποσοτικοποίησης. Οι συγκεντρώσεις ήταν πολύ χαμηλές: το BfR αναφέρει μέση συγκέντρωση 31 ng/kg και μέγιστη 110 ng/kg στην εκτίμηση upper bound. Σε αυτή την περίπτωση, η εικόνα ήταν σαφώς πιο καθησυχαστική: για παιδιά ηλικίας από έξι μηνών έως κάτω των έξι ετών, η έκθεση στην OTA μέσω της κατανάλωσης των συγκεκριμένων ροφημάτων αξιολογήθηκε ως χαμηλής ανησυχίας για τη δημόσια υγεία.
Τα αποτελέσματα δεν σημαίνουν ότι «το γάλα αμυγδάλου προκαλεί καρκίνο» ούτε ότι κάθε ρόφημα αμυγδάλου της αγοράς περιέχει επικίνδυνες ποσότητες αφλατοξινών. Όμως το BfR θεωρεί απαραίτητη την παρακολούθηση αυτών των προϊόντων, ιδιαίτερα όταν καταναλώνονται συστηματικά ως υποκατάστατα του αγελαδινού γάλακτος από μικρά παιδιά.
Και μετά ήρθε μια μελέτη που βρήκε… καθόλου μυκοτοξίνες αλλά…
Εδώ η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Άλλη μελέτη στο Food Control εξέτασε 42 φυτικά ροφήματα από την ιταλική αγορά: 12 σόγιας, 10 βρώμης, 10 αμυγδάλου και 10 ρυζιού. Σε αντίθεση με τις προηγούμενες έρευνες, οι επιστήμονες δεν ανίχνευσαν μυκοτοξίνες ή φυτοφάρμακα πάνω από τα όρια ποσοτικοποίησης της μεθόδου στα 42 προϊόντα. Βρήκαν όμως άλλα πράγματα.
Αρσενικό ανιχνεύθηκε σε ποσοτικοποιήσιμα επίπεδα και στα 10 ροφήματα ρυζιού. Επρόκειτο για ολικό αρσενικό και όχι ειδικά για ανόργανο αρσενικό. Η μέση συγκέντρωση ήταν 0,013 mg/kg και κανένα δείγμα δεν ξεπερνούσε το ευρωπαϊκό ανώτατο επίπεδο των 0,030 mg/kg για ανόργανο αρσενικό στα μη αλκοολούχα ροφήματα ρυζιού, ακόμη και με τη συντηρητική παραδοχή ότι όλο το μετρούμενο αρσενικό ήταν ανόργανο. Κάδμιο βρέθηκε σε επτά δείγματα σόγιας και ένα ρυζιού, ενώ μόλυβδος ποσοτικοποιήθηκε σε τρία δείγματα σόγιας, τρία αμυγδάλου και ένα βρώμης.
Η σόγια ξεχώρισε για το νικέλιο
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και το νικέλιο. Ανιχνεύθηκε σε όλα τα 42 προϊόντα, αλλά οι συγκεντρώσεις διέφεραν αισθητά. Τα ροφήματα σόγιας είχαν μέση συγκέντρωση 0,62 mg/kg, έναντι 0,23 mg/kg στη βρώμη, 0,07 mg/kg στο ρύζι και 0,06 mg/kg στο αμύγδαλο. Οι ερευνητές υπολόγισαν ότι, με βάση τα υψηλότερα επίπεδα που κατέγραψαν, η κατανάλωση δύο μερίδων των 250 ml ροφήματος σόγιας θα μπορούσε να φθάσει το επίπεδο αναφοράς που χρησιμοποίησαν για την οξεία έκθεση σε νικέλιο, ζήτημα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για άτομα με ευαισθησία στο νικέλιο. Τόνισαν, ωστόσο, ότι η μελέτη ήταν μικρή και αποτελούσε προκαταρκτική έρευνα της αγοράς.
Τελικά πρέπει να ανησυχούμε για το φυτικό γάλα;
Τα αποτελέσματα δεν δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι τα φυτικά ροφήματα είναι γενικά επικίνδυνα. Ούτε μπορούν τα αποτελέσματα μιας αγοράς και μιας συγκεκριμένης παρτίδας προϊόντων να μεταφερθούν αυτομάτως σε κάθε προϊόν που πωλείται στην Ελλάδα. Αποκαλύπτουν όμως ένα ενδιαφέρον κενό στην ασφάλεια τροφίμων. Ήδη το 2024, έρευνα σε 72 φυτικά ροφήματα στη Λετονία και τη Λιθουανία είχε βρει μία έως 16 μυκοτοξίνες στο 64% των προϊόντων, με συχνότερες μεταξύ άλλων τις DON, beauvericin, enniatins και T-2/HT-2.
Έχουμε επομένως διαφορετικές μελέτες που δεν δίνουν ταυτόσημα αποτελέσματα — κάτι απολύτως αναμενόμενο, αφού αλλάζουν οι πρώτες ύλες, η γεωγραφική προέλευση, οι παρτίδες, οι συνθήκες καλλιέργειας και αποθήκευσης και οι αναλυτικές μέθοδοι. Το κοινό μήνυμα είναι πως όσο περισσότερο τα φυτικά ροφήματα μετατρέπονται από περιστασιακή επιλογή σε καθημερινό υποκατάστατο του γάλακτος, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά η συστηματική παρακολούθηση των επιμολυντών που χαρακτηρίζουν τις φυτικές πρώτες ύλες. Το ερώτημα πλέον δεν είναι απλώς αν το «γάλα» βρώμης, σόγιας, αμυγδάλου ή ρυζιού είναι διατροφικά καλύτερο ή χειρότερο από το αγελαδινό. Είναι και τι διαφορετικό φέρνει μαζί του το κάθε φυτό στο ποτήρι μας.
Γενικά, ισχύουν τα ακόλουθα για την υγιεινή διατροφή: μια ποικίλη, διαφοροποιημένη και ευρεία επιλογή τροφίμων όχι μόνο διασφαλίζει μια ισορροπημένη πρόσληψη θρεπτικών συστατικών, αλλά βοηθά επίσης στη διατήρηση σε χαμηλά επίπεδα της πρόσληψης ανεπιθύμητων ουσιών, οι οποίες δεν μπορούν πάντα να αποφευχθούν λόγω της φυσικής προέλευσης των τροφίμων μας.