Πριν από λίγες εβδομάδες, το Cibum ανέδειξε τα αποτελέσματα μεγάλης έρευνας του γαλλικού περιοδικού «60 Millions de consommateurs», σύμφωνα με την οποία κάδμιο ανιχνεύθηκε περίπου στο 80% των 36 συσκευασιών με μακαρόνια και πένες που εξετάστηκαν. Η έρευνα αφορούσε προϊόντα που βρίσκονται στα ράφια των γαλλικών σούπερ μάρκετ, μεταξύ των οποίων συμβατικές, ιδιωτικής ετικέτας και βιολογικές μάρκες. Παρότι κανένα από τα προϊόντα από γνωστές μάρκες δεν ξεπέρασε το ευρωπαϊκό ανώτατο νόμιμο όριο για το σκληρό σιτάρι, αρκετά βρέθηκαν στο μεσαίο έως υψηλό εύρος των επιτρεπόμενων επιπέδων.
Τώρα, μια δεύτερη έρευνα, αυτή τη φορά στην Ιταλία, έρχεται να επαναφέρει το θέμα στο προσκήνιο. Το ιταλικό «Il Salvagente», σε συνεργασία με το Valori.it, ανέλυσε σε διαπιστευμένο εργαστήριο 100 τρόφιμα, μεταξύ των οποίων ζυμαρικά, ψωμί, ρύζι, μπισκότα και δημητριακά, που αγοράστηκαν από σούπερ μάρκετ και εκπτωτικά καταστήματα σε ολόκληρη την Ιταλία. Τα αποτελέσματα δεν δείχνουν μια άμεση διατροφική «κρίση» για τον ενήλικο πληθυσμό, όμως αποκαλύπτουν μια σημαντική παράμετρο: η έκθεση των μικρών παιδιών μπορεί να γίνει ιδιαίτερα υψηλή, κυρίως όταν καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες ζυμαρικών.
Η ανάλυση σε 100 δημοφιλή προϊόντα που βρίσκονται στα ράφια
Οι Ιταλοί ερευνητές δεν περιορίστηκαν στην ανίχνευση καδμίου σε μεμονωμένα προϊόντα. Τα εργαστηριακά αποτελέσματα συνδυάστηκαν με τα στοιχεία της εθνικής έρευνας για τις διατροφικές συνήθειες Inran Scai IV του Crea, ώστε να υπολογιστεί η πραγματική έκθεση του πληθυσμού ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και τις διατροφικές συνήθειες.
Η ανάλυση έδειξε ότι για τους ενήλικες η εικόνα είναι σε γενικές γραμμές καθησυχαστική. Διαφορετική είναι όμως η εικόνα στα παιδιά. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, τα παιδιά ηλικίας 1 έως 2 ετών που ανήκουν στους μεγάλους καταναλωτές ζυμαρικών μπορούν να φτάσουν στο 143,7% της ανεκτής εβδομαδιαίας πρόσληψης καδμίου, όπως αυτή έχει καθοριστεί από την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), στα 2,5 μικρογραμμάρια ανά κιλό σωματικού βάρους την εβδομάδα.
Ακόμη και η ηλικιακή ομάδα 3 έως 9 ετών μπορεί να ξεπεράσει τη συγκεκριμένη τιμή όταν η κατανάλωση ζυμαρικών είναι ιδιαίτερα υψηλή. Ο λόγος δεν είναι ότι τα παιδιά τρώνε απαραίτητα περισσότερο από τους ενήλικες σε απόλυτες ποσότητες, αλλά ότι καταναλώνουν πολύ μεγαλύτερη ποσότητα τροφής σε σχέση με το σωματικό τους βάρος.
Γιατί τα παιδιά είναι περισσότερο εκτεθειμένα
Η ερευνήτρια Χημείας Τροφίμων του Πανεπιστημίου Federico II της Νάπολης Luana Izzo επεξεργάστηκε τα εργαστηριακά δεδομένα σε συνδυασμό με τα στοιχεία κατανάλωσης, δημιουργώντας μια εκτίμηση της έκθεσης που λαμβάνει υπόψη την ηλικία, το φύλο και τις πραγματικές διατροφικές συνήθειες. Όπως εξηγείται στην έρευνα, καθοριστικός παράγοντας είναι το σωματικό βάρος. Ένα παιδί περίπου 13 κιλών που καταναλώνει την ίδια ποσότητα ενός τροφίμου με έναν ενήλικα προσλαμβάνει, αναλογικά με το βάρος του, πολύ μεγαλύτερη δόση του ίδιου contaminant.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι τα παιδιά ηλικίας 1 έως 9 ετών που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες ζυμαρικών μπορούν να φτάνουν σε ιδιαίτερα σημαντικό ποσοστό της ανεκτής εβδομαδιαίας πρόσληψης. Για τους μέσους ή διάμεσους καταναλωτές της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας, τα ζυμαρικά αντιστοιχούν περίπου στο 27,4% έως 44% της εβδομαδιαίας ανεκτής πρόσληψης καδμίου. Μετά την ηλικία των 10 ετών η σχετική έκθεση μειώνεται, καθώς αυξάνεται το σωματικό βάρος και έτσι η ίδια ποσότητα καδμίου αντιστοιχεί σε μικρότερη δόση ανά κιλό σωματικού βάρους.
Το κάδμιο δεν βρίσκεται μόνο στα μακαρόνια
Η ιταλική έρευνα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή δείχνει ότι η έκθεση δεν προέρχεται από ένα και μόνο τρόφιμο. Το κάδμιο εμφανίζεται σε διαφορετικές κατηγορίες τροφίμων και το συνολικό φορτίο μπορεί να αυξηθεί όταν ένα παιδί καταναλώνει συστηματικά πολλά από αυτά. Στα παιδιά ηλικίας 3 έως 9 ετών, για παράδειγμα, το ρύζι μπορεί να συνεισφέρει έως και 33,5% της ανεκτής εβδομαδιαίας πρόσληψης στα κορίτσια, ενώ το ψωμί φτάνει έως το 25,5% στα αγόρια της ίδιας ηλικιακής ομάδας.
Σημαντική είναι και η συμβολή των μπισκότων. Τα κοινά μπισκότα μπορούν να αντιστοιχούν έως και στο 25,5% της εβδομαδιαίας ανεκτής πρόσληψης, ενώ τα ειδικά προϊόντα για βρέφη και μικρά παιδιά περιορίζονται στο 7,6%, γεγονός που αποδίδεται στους αυστηρότερους κανόνες που ισχύουν για τα τρόφιμα ειδικής διατροφής για τη βρεφική και παιδική ηλικία.
Το κρίσιμο σημείο, ωστόσο, είναι ότι τα παραπάνω ποσοστά εξετάζονται ξεχωριστά για κάθε κατηγορία τροφίμου. Στην πραγματική ζωή ένα παιδί μπορεί μέσα στην ίδια ημέρα να καταναλώσει ζυμαρικά, ψωμί, μπισκότα και ρύζι. Έτσι δημιουργείται ένα σωρευτικό φορτίο έκθεσης στο κάδμιο, το οποίο δεν αποτυπώνεται αν εξετάσουμε μόνο ένα τρόφιμο κάθε φορά.
Τι προκαλεί το κάδμιο στον οργανισμό
Το κάδμιο είναι ένα βαρύ μέταλλο που μπορεί να συσσωρεύεται στον οργανισμό και η μακροχρόνια έκθεση σε αυτό αποτελεί ζήτημα δημόσιας υγείας. Η ουσία έχει ταξινομηθεί ως καρκινογόνος, μεταλλαξιογόνος και τοξική για την αναπαραγωγή. Η ανησυχία για τα ζυμαρικά δεν είναι τυχαία. Η πρώτη ύλη τους είναι κατά κανόνα το σκληρό σιτάρι και το κάδμιο μπορεί να περάσει από το έδαφος στα φυτά. Η γεωργική πρακτική, τα χαρακτηριστικά του εδάφους και η προέλευση του σιταριού μπορούν να επηρεάσουν τις τελικές συγκεντρώσεις.
Η χρόνια έκθεση σε κάδμιο έχει συνδεθεί κυρίως με επιπτώσεις στη νεφρική λειτουργία, ενώ το κάδμιο επηρεάζει και τον μεταβολισμό του ασβεστίου. Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία στα παιδιά, καθώς τα πρώτα χρόνια της ζωής αποτελούν κρίσιμη περίοδο για τη δημιουργία της οστικής μάζας.
Σε πρόσφατη αξιολόγηση της, η ANSES επισήμανε ότι η διατροφή αποτελεί μακράν την κυριότερη πηγή έκθεσης του πληθυσμού στο κάδμιο. Για τους μη καπνιστές, η διατροφή μπορεί να αντιπροσωπεύει έως και το 98% της συνολικής έκθεσης. Στα τρόφιμα που συμβάλλουν στην έκθεση περιλαμβάνονται διάφορα προϊόντα δημητριακών, όπως τα δημητριακά πρωινού, το ψωμί, τα αρτοσκευάσματα, τα ζυμαρικά και το ρύζι. Οι νέες έρευνες στα ζυμαρικά επομένως έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά πρόσφατων ελέγχων που αναδεικνύουν το κάδμιο ως έναν από τους ρύπους που χρειάζεται να παρακολουθούνται στενά.
Σύμφωνα με τον καθηγητή Παιδιατρικής Ruggiero Francavilla του Πανεπιστημίου Aldo Moro του Μπάρι, το κάδμιο μπορεί να μειώσει την απορρόφηση του ασβεστίου και να επηρεάσει τη διαδικασία με την οποία το ασβέστιο ενσωματώνεται στα οστά. Η συγκεκριμένη παράμετρος καθιστά την παιδική έκθεση διαφορετική από την έκθεση ενός ενήλικα, καθώς η ανάπτυξη του σκελετού συνεχίζεται μέχρι περίπου την ηλικία των 20 ετών.
Το βασικό μήνυμα των επιστημόνων δεν είναι να αποκλειστούν τα ζυμαρικά από το παιδικό τραπέζι. Αντίθετα, η έρευνα υπογραμμίζει ότι το πρόβλημα δεν είναι ένα μεμονωμένο τρόφιμο αλλά η συχνότητα και η ποσότητα κατανάλωσής του, σε συνδυασμό με την παρουσία του ίδιου ρύπου σε άλλα τρόφιμα. Ο καθηγητής Francavilla προειδοποιεί ότι τα παιδιά δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως «μικροί ενήλικες», ακριβώς επειδή το σωματικό τους βάρος και οι ανάγκες τους διαφοροποιούν σημαντικά την έκθεση σε έναν ρύπο.
Για τον λόγο αυτό, η έρευνα προτείνει διαφοροποίηση της διατροφής, εναλλαγή μεταξύ ζυμαρικών, ρυζιού και άλλων δημητριακών και, όπου είναι δυνατόν, εναλλαγή μαρκών και τύπων προϊόντων. Με αυτόν τον τρόπο περιορίζεται η πιθανότητα επαναλαμβανόμενης έκθεσης στα ίδια επίπεδα ενός contaminant από τα ίδια προϊόντα ή τις ίδιες παρτίδες.
Το βιολογικό δεν αποτελεί ασπίδα απέναντι στο κάδμιο
Ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα της ιταλικής έρευνας αφορά τα βιολογικά προϊόντα. Η ανάλυση δεν έδειξε συστηματικές διαφορές ανάμεσα στα βιολογικά και τα συμβατικά προϊόντα όσον αφορά την παρουσία καδμίου. Και αυτό έχει μια απλή εξήγηση: το κάδμιο δεν είναι φυτοφάρμακο που μπορεί να αποκλειστεί απλώς με την επιλογή βιολογικής καλλιέργειας. Πρόκειται για μέταλλο που μπορεί να βρίσκεται ήδη στο έδαφος και να περάσει από αυτό στα φυτά.
Έτσι, όπως επισημαίνει ο Francavilla, η επιλογή ενός προϊόντος ως «bio» δεν εξαλείφει τον κίνδυνο έκθεσης στο κάδμιο. Για ουσιαστική μείωση της παρουσίας του στην τροφική αλυσίδα απαιτούνται παρεμβάσεις στην ίδια την πηγή του προβλήματος, δηλαδή στο έδαφος και στις γεωργικές πρακτικές.
Από το χωράφι στο πιάτο
Το κάδμιο μπορεί να εισέρχεται στα γεωργικά εδάφη και μέσω λιπασμάτων με υψηλή περιεκτικότητα σε κάδμιο. Από το έδαφος μπορεί στη συνέχεια να περάσει στις καλλιέργειες και τελικά στην τροφική αλυσίδα. Για αυτόν τον λόγο, η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να περιοριστεί στην επιλογή προϊόντων από τον καταναλωτή. Η ιταλική έρευνα υποστηρίζει την ανάγκη για πολιτικές που θα περιορίζουν τη χρήση λιπασμάτων με υψηλή περιεκτικότητα σε κάδμιο και θα συμβάλλουν στη μείωση της επιβάρυνσης των εδαφών.
Το Cibum είναι εξειδικευμένο site ενημέρωσης για την ασφάλεια τροφίμων. Οι πληροφορίες του άρθρου έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα. Για περισσότερες λεπτομέρειες πατήστε ΕΔΩ.