Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο μπορεί να λειτουργήσει η απάτη στα τρόφιμα βρίσκεται σε μια υπόθεση που ξεκίνησε να ερευνά η Εθνική Μονάδα Εγκληματικότητας στα Τρόφιμα της Βρετανίας (National Food Crime Unit) και έφτασε πλέον στη Δικαιοσύνη. Πρόκειται για σολομό που, σύμφωνα με τις κατηγορίες, πωλούταν ως σκωτσέζικος, ενώ στην πραγματικότητα το προϊόν περιείχε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει νορβηγικό σολομό. Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον επειδή έρχεται την ίδια στιγμή που νέα πανεπιστημιακή μελέτη επιχειρεί για πρώτη φορά να υπολογίσει με συστηματικό τρόπο πόσο κοστίζει στην οικονομία η απάτη στα τρόφιμα και ποιο είναι το οικονομικό κίνητρο πίσω από τέτοιες πρακτικές.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | 44χρονος πυροσβέστης με εγκεφαλική παράλυση από θαλασσινά – Τα 3 βακτήρια που του προκάλεσαν μόνιμη βλάβη
Η μελέτη των David Shepherd, Mark Button, Lisa Jack και Ansgar Wohlschlegel, που δημοσιεύθηκε στο Journal of Economic Criminology, εκτιμά ότι το συνολικό ετήσιο οικονομικό κόστος της απάτης τροφίμων στο Ηνωμένο Βασίλειο κυμαίνεται μεταξύ 400 εκατ. και 2 δισ. λιρών. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η απάτη στα τρόφιμα είναι συνήθως οργανωμένη και επιχειρηματικού χαρακτήρα εγκληματικότητα, η οποία μπορεί να δημιουργεί σημαντικά κέρδη για τους δράστες, ενώ παράλληλα προκαλεί οικονομικές απώλειες, πλήττει την εμπιστοσύνη στην αλυσίδα τροφίμων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε προβλήματα δημόσιας υγείας.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | H&M: Συναγερμός στην Ευρώπη για παιδικό ρούχο – Τι εντοπίστηκε στο ύφασμα και προκάλεσε την απόσυρσή του (φωτογραφία)
Το «κόλπο» με τον νορβηγικό σολομό
Η υπόθεση του σολομού είναι χαρακτηριστική ακριβώς επειδή δεν απαιτείται απαραίτητα να παραχθεί ένα «ψεύτικο» τρόφιμο. Το προϊόν υπάρχει κανονικά. Αυτό που αλλάζει είναι η ταυτότητά του στην αγορά.
Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση της βρετανικής Food Standards Agency, τέσσερα άτομα κατηγορήθηκαν για συνωμοσία με σκοπό τη διάπραξη απάτης μέσω ψευδούς αναπαράστασης. Οι κατηγορίες αφορούν προϊόντα που φέρεται να παρουσιάζονταν ως σκωτσέζικος σολομός, ενώ στην πραγματικότητα περιείχαν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει νορβηγικό σολομό. Η περίοδος που αναφέρεται στις κατηγορίες είναι από τις 20 Αυγούστου 2021 έως τις 30 Μαρτίου 2022.
Η υπόθεση είχε γίνει γνωστή στο πλαίσιο της Operation Blackthorne, μιας έρευνας της National Food Crime Unit. Ήδη από το 2022 η βρετανική Υπηρεσία Προτύπων Τροφίμων (FSA) είχε αναφέρει ότι η έρευνα αφορούσε τουλάχιστον 300.000 συσκευασίες που υποτίθεται ότι περιείχαν φρέσκο, πιστοποιημένο κατά RSPCA σκωτσέζικο καπνιστό σολομό, ενώ σύμφωνα με την έρευνα επρόκειτο για κατεψυγμένο νορβηγικό σολομό.
Αυτό το στοιχείο κάνει την υπόθεση ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Δεν μιλάμε για μερικές δεκάδες συσκευασίες ή για μια μεμονωμένη εξαπάτηση σε ένα κατάστημα. Η βρετανική αρχή είχε εντοπίσει μια υπόθεση που αφορούσε τουλάχιστον 300.000 συσκευασίες και έναν ολόκληρο μηχανισμό με τον οποίο ένα προϊόν διαφορετικής προέλευσης φέρεται να έμπαινε στην αγορά με διαφορετική ταυτότητα.
Γιατί έχει αξία η ένδειξη «Scottish»;
Το κρίσιμο σημείο της υπόθεσης δεν είναι ότι ο νορβηγικός σολομός είναι αυτομάτως κακής ποιότητας ή μη ασφαλής. Η απάτη αφορά την παραπλανητική παρουσίαση της προέλευσης και των χαρακτηριστικών του προϊόντος.
Η βρετανική FSA περιγράφει τη παραπλανητική παρουσίαση ως μορφή απάτη τροφίμων όταν ένα προϊόν παρουσιάζεται με τρόπο που παραπλανά ως προς την ποιότητα, την ασφάλεια, την προέλευση ή τη φρεσκάδα του. Επιπλέον, αφορά και την αντικατάσταση ενός ακριβότερου ή υψηλότερης ποιότητας τροφίμου με φθηνότερο ή χαμηλότερης ποιότητας υποκατάστατο. Αυτό είναι και το οικονομικό «κλειδί» της υπόθεσης. Αν δύο προϊόντα έχουν διαφορετική εμπορική αξία, τότε η παραποίηση της ταυτότητας του φθηνότερου μπορεί να δημιουργήσει περιθώριο οικονομικού οφέλους. Ο καταναλωτής δεν αγοράζει απλώς ψάρι αλλά αγοράζει συγκεκριμένη προέλευση, ποιότητα, πιστοποίηση και προσδοκία που συνοδεύουν την ετικέτα.
Η πανεπιστημιακή έρευνα βάζει αριθμούς στην απάτη
Εδώ ακριβώς αποκτά ενδιαφέρον η νέα μελέτη των ερευνητών. Οι Shepherd, Button, Jack και Wohlschlegel δεν προσπάθησαν απλώς να συγκεντρώσουν γνωστές υποθέσεις νοθείας. Δημιούργησαν ένα μοντέλο για να εκτιμήσουν το οικονομικό κόστος της απάτης, χρησιμοποιώντας ως βασική μονάδα ανάλυσης το «crime scheme», δηλαδή το οργανωμένο σχήμα ή μηχανισμό μέσω του οποίου πραγματοποιείται η απάτη.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η νέα έννοια που εισάγουν οι ερευνητές, την οποία ονομάζουν «market cost». Πρόκειται για την επίδραση που έχει η παράνομη προσφορά στην πραγματική, νόμιμη αγορά. Με άλλα λόγια, το κόστος της food fraud δεν περιορίζεται στα χρήματα που μπορεί να χάσει ένας καταναλωτής ή μια επιχείρηση από ένα συγκεκριμένο περιστατικό. Υπάρχει και μια δεύτερη, πολύ μεγαλύτερη διάσταση: τα παράνομα προϊόντα μπορούν να εκτοπίσουν τα νόμιμα προϊόντα από την αγορά.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο οικονομικό μήνυμα της έρευνας. Η απάτη λειτουργεί επειδή το παράνομο προϊόν μπορεί να αποκτήσει τεχνητά μεγαλύτερη αξία. Ο δράστης δεν χρειάζεται απαραίτητα να αυξήσει την ποιότητα του προϊόντος. Αρκεί να αυξήσει την αντιλαμβανόμενη αξία του, αλλάζοντας την ετικέτα, την προέλευση, την κατηγορία ή κάποιο άλλο χαρακτηριστικό που ο αγοραστής θεωρεί σημαντικό. Η ίδια η FSA περιγράφει την οικονομικά υποκινούμενη νοθεία ως πρακτική που αποσκοπεί στην αύξηση της φαινομενικής αξίας ενός προϊόντος ή στη μείωση του κόστους παραγωγής του.
Πόσα ακριβώς κερδίζει ο απατεώνας από τον σολομό;
Η πανεπιστημιακή μελέτη δεν λέει ότι κάποιος κέρδισε συγκεκριμένα Χ λίρες από κάθε συσκευασία νορβηγικού σολομού που πωλήθηκε ως σκωτσέζικος. Δεν δίνει, δηλαδή, ένα συγκεκριμένο περιθώριο κέρδους για τη συγκεκριμένη υπόθεση των 300.000 συσκευασιών. Αυτό που κάνει είναι σημαντικότερο σε επίπεδο οικονομικής ανάλυσης: δείχνει πώς πρέπει να υπολογίζεται το οικονομικό όφελος και η ζημιά από τέτοιες πρακτικές και εντάσσει την αντικατάσταση των νόμιμων προϊόντων από παράνομα στην ευρύτερη εικόνα του κόστους της απάτης τροφίμων. Η μελέτη εκτιμά συνολικά το κόστος της απάτης στη βρετανική οικονομία στα £0,4–£2 δισ. ετησίως, αλλά το εύρος αυτό αφορά ολόκληρο το φαινόμενο και όχι τον συγκεκριμένο σολομό.
Το οικονομικό όφελος βρίσκεται στη διαφορά μεταξύ πραγματικού κόστους και αντιλαμβανόμενης αξίας. Αν ένα φθηνότερο ή λιγότερο πολύτιμο προϊόν μπορεί να πωληθεί στην αγορά ως ακριβότερο προϊόν, η διαφορά δημιουργεί το οικονομικό κίνητρο για την απάτη. Στην περίπτωση του σολομού, η παραποίηση της προέλευσης μπορεί να επηρεάσει την τιμή επειδή η σκωτσέζικη προέλευση αποτελεί εμπορικό χαρακτηριστικό που μπορεί να συνδέεται με ποιότητα, τοπική ταυτότητα, πιστοποιήσεις και συγκεκριμένες προδιαγραφές. Αυτός είναι και ο λόγος που η απάτη τροφίμων δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως «λάθος ετικέτα». Η βρετανική FSA κατατάσσει τη σκόπιμη παραπλανητική παρουσίαση της προέλευσης, της ποιότητας ή άλλων χαρακτηριστικών ενός τροφίμου στις μορφές απάτης τροφίμων όταν γίνεται με σκοπό οικονομικό όφελος.
Οι 300.000 συσκευασίες δείχνουν το μέγεθος του κινήτρου
Ακόμη και χωρίς να κάνουμε αυθαίρετο υπολογισμό κέρδους, ο αριθμός των συσκευασιών δείχνει γιατί τέτοιες πρακτικές μπορούν να έχουν σημαντική οικονομική απόδοση. Αν υπάρχει έστω και μικρή οικονομική διαφορά ανά συσκευασία, η επανάληψη της πρακτικής σε εκατοντάδες χιλιάδες μονάδες μπορεί να δημιουργήσει σημαντικό συνολικό οικονομικό αποτέλεσμα. Αυτό ακριβώς είναι που προσπαθεί να συλλάβει η νέα προσέγγιση των ερευνητών: όχι μόνο την απώλεια σε μία συναλλαγή, αλλά το συνολικό αποτέλεσμα ενός οργανωμένου σχήματος απάτης στην αγορά.
Ο σολομός δεν είναι τυχαίο προϊόν για απάτη
Η περίπτωση δεν είναι μεμονωμένη ως προς την ευπάθεια των αλιευτικών προϊόντων. Μελέτη που εξέτασε την ευπάθεια των βρετανικών αλυσίδων εφοδιασμού θαλασσινών διαπίστωσε ότι οι αλυσίδες seafood παρουσιάζουν μέτρια συνολική ευπάθεια στην απάτη, ενώ ο σολομός συγκαταλέγεται στις κατηγορίες για τις οποίες έχουν καταγραφεί ιστορικά περιστατικά απάτης. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η αντικατάσταση ενός είδους με άλλο μορφολογικά παρόμοιο προϊόν μπορεί να απαιτεί σχετικά λίγη εξειδικευμένη τεχνολογία ή γνώση.
Η ίδια έρευνα εντοπίζει ως ιστορικές μορφές απάτης στα προϊόντα σολομού την παραποίηση του βάρους, του είδους, της αλιείας και την αντικατάσταση προϊόντος. Επιπλέον, οι αλυσίδες σολομού εμφάνισαν μεγαλύτερη ευπάθεια σε σχέση με τα συστήματα παρακολούθησης απάτης στους προμηθευτές τους. Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι απλώς ότι ένας καταναλωτής μπορεί να μην ξέρει από πού προέρχεται ο σολομός που αγοράζει. Είναι ότι σε μια σύνθετη αλυσίδα εφοδιασμού η πραγματική ταυτότητα του προϊόντος μπορεί να γίνει δυσκολότερο να επαληθευτεί όσο αυτό περνά από περισσότερα στάδια επεξεργασίας, συσκευασίας και διανομής.
Ένα κομμάτι σολομού που έχει λανθασμένη ένδειξη προέλευσης δεν είναι απαραίτητα διαφορετικό στην εμφάνιση ή στη γεύση από ένα αντίστοιχο προϊόν. Ο καταναλωτής δεν μπορεί να γνωρίζει από μόνος του αν η χώρα προέλευσης που αναγράφεται στη συσκευασία είναι αληθής. Γι’ αυτό η αυθεντικότητα των προϊόντων βασίζεται σε συστήματα ιχνηλασιμότητας, ελέγχους, πιστοποιήσεις και, όπου χρειάζεται, εργαστηριακές αναλύσεις.
Το πραγματικό κόστος δεν το πληρώνει μόνο ο καταναλωτής
Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό συμπέρασμα της πανεπιστημιακής μελέτης. Όταν ένα προϊόν με ψευδή ταυτότητα καταλαμβάνει χώρο στην αγορά, δεν ζημιώνεται μόνο ο καταναλωτής που μπορεί να πληρώσει περισσότερα από όσα αξίζει το πραγματικό προϊόν. Ζημιώνονται και οι επιχειρήσεις που αγοράζουν νόμιμα τις πρώτες ύλες τους, τηρούν τις προδιαγραφές, πληρώνουν για πιστοποιήσεις και επενδύουν στην ιχνηλασιμότητα.
Οι ερευνητές εισάγουν ακριβώς αυτή τη διάσταση με την έννοια του market cost: την επίδραση των παράνομων προμηθειών στη νόμιμη αγορά. Η προσέγγιση αυτή μετατοπίζει τη συζήτηση από το «πόσα έχασε ο καταναλωτής» στο «πόσο στρεβλώνεται ολόκληρη η αγορά όταν ένα παράνομο προϊόν ανταγωνίζεται ένα νόμιμο».
Πηγές
Shepherd, Button, Jack και Wohlschlegel, The Cost of Food Fraud in the UK: Measurement and Implications, DOI 10.1016/j.jeconc.2026.100230.
Η επίσημη πηγή για την υπόθεση του σολομού είναι η βρετανική Food Standards Agency και η National Food Crime Unit, ενώ τα στοιχεία για τις τουλάχιστον 300.000 συσκευασίες προέρχονται από επίσημη ενημέρωση της FSA για την Operation Blackthorne.
Για το ευρύτερο ζήτημα της ευπάθειας των αλυσίδων seafood στη food fraud χρησιμοποιήθηκε η μελέτη στο npj Science of Food, η οποία εξετάζει ειδικά τις αλυσίδες εφοδιασμού θαλασσινών στο Ηνωμένο Βασίλειο.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- ΕΦΕΤ: Τι προσέχουμε σε καφέ και εστιατόρια αλλά και όταν αγοράζουμε νερό, παγωτά και χυμούς στις διακοπές (infographics)
- Ελαιόλαδο: Συναγερμός σε Ευρώπη και Ασία για προϊόντα που περιέχουν ορυκτέλαια
- Καλλιθέα: Πρόστιμο 1.000 ευρώ στο ΜΑΡΚΕΤ ΙΝ – Χρέωνε προϊόν ακριβότερα στο ταμείο από την αναγραφόμενη τιμή στο ράφι
- Μολυσμένα αυγά πίσω από 4 επιδημίες σαλμονέλας που συνδέθηκαν με μαγιονέζα, μους και τιραμισού – Εντοπίστηκε κοινή αλυσίδα διανομής
Το Cibum είναι εξειδικευμένο site ενημέρωσης για την ασφάλεια τροφίμων. Οι πληροφορίες του άρθρου έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα. Για περισσότερες λεπτομέρειες πατήστε ΕΔΩ.