Το ακρυλαμίδιο επιστρέφει στο προσκήνιο της ασφάλειας τροφίμων, αυτή τη φορά με επίκεντρο τα προϊόντα που καταναλώνουν συχνά τα παιδιά. Νέα έρευνα στις ΗΠΑ εντόπισε την ουσία στη μεγάλη πλειονότητα των παιδικών σνακ που εξετάστηκαν, ενώ πρόσφατη επιστημονική μελέτη σε μπισκότα της ιταλικής αγοράς ανίχνευσε ακρυλαμίδιο σε όλα τα δείγματα. Παράλληλα, τον Ιούνιο του 2026 οι πολωνικές αρχές προχώρησαν σε ανάκληση συγκεκριμένων παρτίδων μπισκότων Petit Beurre, αφού διαπιστώθηκαν υψηλά επίπεδα ακρυλαμιδίου που, σύμφωνα με την εθνική αξιολόγηση κινδύνου, αποτελούσαν κίνδυνο για την υγεία των καταναλωτών. Το θέμα δεν αφορά μια νέα ή άγνωστη χημική ουσία. Το ακρυλαμίδιο σχηματίζεται φυσικά όταν τρόφιμα που περιέχουν άμυλο θερμαίνονται σε υψηλές θερμοκρασίες, κυρίως κατά το ψήσιμο, το τηγάνισμα και το καβούρδισμα. Η διαδικασία συνδέεται με την αντίδραση ανάμεσα σε σάκχαρα και το αμινοξύ ασπαραγίνη και είναι μέρος της ίδιας χημικής διαδικασίας που δίνει στα τρόφιμα το χαρακτηριστικό καφέ χρώμα και τη γεύση που αποκτούν κατά το ψήσιμο. Γι’ αυτό μπορεί να βρεθεί σε πατάτες και πατατάκια, ψωμί, δημητριακά πρωινού, μπισκότα, κράκερ και καφέ.
Τι έδειξαν οι έλεγχοι στα παιδικά σνακ
Η πιο πρόσφατη έρευνα που έφερε το ζήτημα ξανά στην επικαιρότητα πραγματοποιήθηκε από την Consumer Reports στις ΗΠΑ. Αναλύθηκαν 21 δημοφιλή συσκευασμένα σνακ που καταναλώνονται από παιδιά σχολικής ηλικίας, μεταξύ των οποίων κράκερ, πατατάκια, μπάρες δημητριακών, γιαούρτι, φρουτοσνακ, φύκια, πουρέ μήλου, τυρί και επεξεργασμένα προϊόντα κρέατος. Για κάθε προϊόν αγοράστηκαν δείγματα από δύο έως τρεις διαφορετικές παρτίδες και υποβλήθηκαν σε εργαστηριακές αναλύσεις. Το ακρυλαμίδιο αναλύθηκε σε 14 από τα 21 προϊόντα και εντοπίστηκε στα 13 από αυτά. Η υψηλότερη συγκέντρωση καταγράφηκε σε μπάρες δημητριακών Nature Valley Crunchy Granola Bars, με 10,1 μικρογραμμάρια ανά μερίδα 42 γραμμαρίων, ενώ ακολούθησαν τα Lay’s Classic Potato Chips με 7,37 μικρογραμμάρια ανά μερίδα και τα Snyder’s Mini Pretzels με 4,48 μικρογραμμάρια. Η Consumer Reports χαρακτήρισε ορισμένα από τα επίπεδα ανησυχητικά με βάση τη δική της αξιολόγηση έκθεσης, η οποία υπολόγισε την κατανάλωση μίας συνιστώμενης μερίδας την ημέρα από παιδί βάρους περίπου 23,1 κιλών.
Η Consumer Reports δεν πραγματοποίησε επίσημο έλεγχο συμμόρφωσης των προϊόντων με την αμερικανική νομοθεσία, αλλά αξιολόγησε την έκθεση σε σχέση με τοξικολογικά όρια που χρησιμοποιούνται από αμερικανικούς φορείς. Η ίδια η οργάνωση διευκρινίζει ότι στόχος της ήταν να εντοπίσει προϊόντα με συγκριτικά υψηλότερες συγκεντρώσεις επιμολυντών και όχι να καθορίσει το επίπεδο στο οποίο προκαλείται πραγματική βλάβη στην υγεία. Το εύρημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν εξετάζεται μαζί με τα δεδομένα της Ευρώπης. Η EFSA έχει καταλήξει ότι το ακρυλαμίδιο μπορεί να αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου σε καταναλωτές όλων των ηλικιών, με τα παιδιά να αποτελούν την ηλικιακή ομάδα με τη μεγαλύτερη έκθεση όταν αυτή υπολογίζεται ανά κιλό σωματικού βάρους. Για τα περισσότερα παιδιά, τα προϊόντα πατάτας αποτελούν σημαντική πηγή έκθεσης, ενώ ακολουθούν μεταξύ άλλων το ψωμί, τα δημητριακά πρωινού, τα μπισκότα, τα κράκερ και τα τραγανά ψωμιά. Για τα βρέφη, σημαντική πηγή είναι τα παιδικά τρόφιμα, κυρίως τα παξιμάδια και τα μπισκότα.
Η νέα μελέτη στα μπισκότα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μια νέα μελέτη που αναλύσαμε πρόσφατα στο cibum και δημοσιεύτηκε στο Food Control και εξέτασε 34 διαφορετικά μπισκότα της ιταλικής αγοράς, μεταξύ των οποίων 29 προϊόντα γενικής κατανάλωσης και πέντε παιδικά μπισκότα. Ακρυλαμίδιο ανιχνεύθηκε και στα 34 δείγματα. Οι συγκεντρώσεις κυμάνθηκαν από επίπεδα κάτω από το όριο ποσοτικοποίησης έως 167,7 μικρογραμμάρια ανά κιλό, ενώ η μέση συγκέντρωση στα μπισκότα γενικής κατανάλωσης ήταν 88,6 μικρογραμμάρια ανά κιλό. Στα παιδικά μπισκότα η μέση συγκέντρωση ήταν χαμηλότερη, στα 29,5 μικρογραμμάρια ανά κιλό. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι κανένα από τα δείγματα δεν ξεπέρασε το ευρωπαϊκό επίπεδο αναφοράς για την κατηγορία του. Για τα μπισκότα και τις γκοφρέτες το επίπεδο αναφοράς είναι 350 μικρογραμμάρια ανά κιλό, ενώ για τα μπισκότα και τα παξιμάδια που προορίζονται για βρέφη και μικρά παιδιά είναι 150 μικρογραμμάρια ανά κιλό. Τα επίπεδα αυτά όμως δεν αποτελούν όρια κάτω από τα οποία το ακρυλαμίδιο θεωρείται αποδεδειγμένα ακίνδυνο. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία τα χρησιμοποιεί ως επίπεδα αναφοράς για την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων περιορισμού της ουσίας, με στόχο τα επίπεδα να διατηρούνται όσο το δυνατόν χαμηλότερα. Η συγκεκριμένη μελέτη προχώρησε ένα βήμα παραπέρα και υπολόγισε την πραγματική διατροφική έκθεση. Οι ερευνητές διαπίστωσαν δυνητική ανησυχία για επιδράσεις που σχετίζονται με καρκινογένεση και γονιδιοτοξικότητα σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 1 έως 17 ετών, ακόμη και στο σενάριο της μέσης κατανάλωσης μπισκότων και με βάση τις μέσες συγκεντρώσεις ακρυλαμιδίου που μετρήθηκαν. Στους υψηλούς καταναλωτές, η ένδειξη δυνητικής ανησυχίας επεκτάθηκε σε όλες τις ηλικιακές ομάδες που εξετάστηκαν.
Η ίδια μελέτη δεν περιορίστηκε στο ακρυλαμίδιο. Στο 97% των δειγμάτων ανιχνεύθηκαν τουλάχιστον δύο μυκοτοξίνες, ενώ ορισμένα μπισκότα περιείχαν έως και έξι διαφορετικές μυκοτοξίνες. Η δεοξυνιβαλενόλη ανιχνεύθηκε στο 68% των δειγμάτων, η ζεαραλενόνη στο 6%, η βεουβερικίνη στο 38%, ενώ ενονιατίνες εντοπίστηκαν σχεδόν σε όλα τα δείγματα. Η αξιολόγηση έδειξε επίσης δυνητική ανησυχία για τη βεουβερικίνη στα παιδιά ηλικίας 1 έως 9 ετών με την υψηλότερη κατανάλωση. Ένα ακόμη εύρημα αφορά τα μπισκότα ολικής άλεσης. Η μέση συγκέντρωση ακρυλαμιδίου ήταν υψηλότερη στα προϊόντα ολικής άλεσης, γεγονός που οι ερευνητές συνδέουν με την παρουσία μεγαλύτερων ποσοτήτων ελεύθερης ασπαραγίνης στο φύτρο και το πίτουρο του σιταριού. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα μπισκότα ολικής άλεσης είναι λιγότερο υγιεινά συνολικά, αλλά δείχνει ότι η διατροφική αξία ενός προϊόντος και η παρουσία ενός συγκεκριμένου χημικού επιμολυντή είναι δύο διαφορετικά ζητήματα που πρέπει να αξιολογούνται ξεχωριστά.
Γιατί η Ευρώπη έχει ήδη κανόνες για το ακρυλαμίδιο
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θεσπίσει από το 2017 συγκεκριμένα μέτρα για τον περιορισμό του ακρυλαμιδίου. Ο Κανονισμός 2017/2158 καλύπτει μεταξύ άλλων μπισκότα, γκοφρέτες, κράκερ, ψωμί, δημητριακά πρωινού, προϊόντα πατάτας, καφέ και βρεφικές τροφές. Οι επιχειρήσεις τροφίμων οφείλουν να εφαρμόζουν μέτρα μετριασμού και να πραγματοποιούν δειγματοληψίες και αναλύσεις, ενώ όταν οι τιμές υπερβαίνουν τα επίπεδα αναφοράς πρέπει να επανεξετάζουν τα μέτρα που εφαρμόζουν. Η νομοθεσία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην περίπτωση των μπισκότων, επειδή τα επίπεδα αναφοράς διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με τον καταναλωτή στον οποίο απευθύνεται το προϊόν. Τα κοινά μπισκότα έχουν επίπεδο αναφοράς 350 μικρογραμμάρια ανά κιλό, ενώ τα μπισκότα και τα παξιμάδια για βρέφη και μικρά παιδιά 150 μικρογραμμάρια ανά κιλό. Για τα υπόλοιπα επεξεργασμένα τρόφιμα με βάση τα δημητριακά που προορίζονται για βρέφη και μικρά παιδιά το επίπεδο είναι ακόμη χαμηλότερο, στα 40 μικρογραμμάρια ανά κιλό.
Το γεγονός ότι ένα προϊόν βρίσκεται κάτω από το επίπεδο αναφοράς δεν σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρεί την παρουσία του ακρυλαμιδίου επιθυμητή. Η λογική της ευρωπαϊκής νομοθεσίας είναι η αρχή «όσο χαμηλότερα είναι ευλόγως εφικτό», με τα επίπεδα αναφοράς να λειτουργούν ως δείκτες για το κατά πόσο τα μέτρα που εφαρμόζει η βιομηχανία είναι αποτελεσματικά. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επισημάνει ότι η εφαρμογή των μέτρων μείωσης διαφέρει σημαντικά μεταξύ επιχειρήσεων και ότι υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω περιορισμού της έκθεσης. Η ανάκληση στην Πολωνία τον Ιούνιο δείχνει τι μπορεί να συμβεί όταν οι έλεγχοι εντοπίσουν συγκεκριμένες παρτίδες με ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Οι αρχές διαπίστωσαν υψηλή συγκέντρωση ακρυλαμιδίου στα μπισκότα Petit Beurre Apetilki των παρτίδων 10.05.2027.B και 20.05.2027.A και, έπειτα από αξιολόγηση κινδύνου, ζήτησαν να μην καταναλωθούν. Ο παραγωγός απέσυρε τις συγκεκριμένες παρτίδες και προχώρησε σε αλλαγές στη διαδικασία παραγωγής, με τις νεότερες παρτίδες να εμφανίζουν χαμηλότερα επίπεδα.