Τρεις δημοφιλείς διατροφικές προσεγγίσεις —η κετογονική, η μεσογειακή και μια διατροφή χαμηλή σε λιπαρά με έμφαση στις φυτικές τροφές— μπήκαν στο μικροσκόπιο των επιστημόνων και οδήγησαν σε παρόμοια απώλεια βάρους. Μία από αυτές, όμως, ξεχώρισε, καθώς μείωσε εντυπωσιακά το λίπος στο ήπαρ και, μέσα σε λίγους μήνες, περίπου οι μισοί από όσους την ακολούθησαν δεν πληρούσαν πλέον τα κριτήρια του προδιαβήτη.
Δεν είναι μόνο το πόσα κιλά χάνει κανείς, αλλά ενδεχομένως και το τι τρώει για να τα χάσει. Αυτό είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα νέας κλινικής μελέτης, στην οποία επιστήμονες συνέκριναν τρία διαφορετικά διατροφικά μοντέλα σε ανθρώπους με παχυσαρκία, προδιαβήτη και λιπώδη νόσο του ήπατος. Παρότι οι συμμετέχοντες και στις τρεις ομάδες έχασαν περίπου το 10% του αρχικού σωματικού τους βάρους, οι επιδράσεις στον μεταβολισμό τους δεν ήταν ίδιες.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ |Καρκινογόνο ακρυλαμίδιο στα τρόφιμα: Ποια εμφανίζουν τις υψηλότερες συγκεντρώσεις σύμφωνα με ανάλυση 17 ετών του RASFF
Σε μία από τις τρεις ομάδες, το λίπος στο ήπαρ μειώθηκε κατά 67%, έναντι 45% στις άλλες δύο. Παράλληλα, περίπου ένας στους δύο συμμετέχοντες της ίδιας ομάδας βγήκε από τα όρια του προδιαβήτη μέσα σε τέσσερις έως πέντε μήνες. Τα αποτελέσματα της κλινικής μελέτης δημοσιεύθηκαν στις 27 Αυγούστου στο επιστημονικό περιοδικό Cell Metabolism.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ο μουσακάς γίνεται μάθημα Χημείας Τροφίμων – Τι πραγματικά συμβαίνει μέσα στο ταψί – Του Ν. Γδοντέλη
Ποια δίαιτα έκανε τη διαφορά
Η διατροφική προσέγγιση που ξεχώρισε ήταν η κετογονική δίαιτα, η οποία βασίζεται στον δραστικό περιορισμό των υδατανθράκων και στην υψηλή πρόσληψη λιπαρών. Στη συγκεκριμένη μελέτη, μόλις το 4% των συνολικών θερμίδων της προερχόταν από υδατάνθρακες, ενώ το 73% από λιπαρά. Οι επιστήμονες τη συνέκριναν με τη μεσογειακή διατροφή και με μία χαμηλή σε λιπαρά, κυρίως φυτική δίαιτα. Και οι τρεις διατροφικές προσεγγίσεις οδήγησαν σε σημαντική απώλεια βάρους και μείωση του σωματικού λίπους. Η διαφορά έγινε εμφανής όταν οι ερευνητές εξέτασαν πιο συγκεκριμένους δείκτες μεταβολικής υγείας. Στην κετογονική ομάδα, το λίπος στο ήπαρ μειώθηκε κατά μέσο όρο κατά 67%, ενώ τόσο στη μεσογειακή όσο και στη χαμηλή σε λιπαρά διατροφή η αντίστοιχη μείωση ήταν περίπου 45%.
Ένας στους δύο βγήκε από τα όρια του προδιαβήτη
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσίασαν τα αποτελέσματα για τον προδιαβήτη. Μετά την ολοκλήρωση της παρέμβασης, περίπου το 50% των συμμετεχόντων στην κετογονική ομάδα δεν πληρούσε πλέον τα κριτήρια του προδιαβήτη. Στη μεσογειακή διατροφή το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 29%, ενώ στην ομάδα της χαμηλής σε λιπαρά διατροφής περιορίστηκε στο 7%.
Επειδή οι ερευνητές είχαν φροντίσει ώστε η απώλεια βάρους να είναι περίπου ίδια και στις τρεις ομάδες, τα αποτελέσματα ενισχύουν την υπόθεση ότι η σύνθεση μιας δίαιτας μπορεί να επηρεάζει ορισμένες παραμέτρους της μεταβολικής υγείας πέρα από την επίδραση που έχει η απώλεια κιλών από μόνη της.
Πώς έγινε η μελέτη
Στην κλινική δοκιμή συμμετείχαν 42 άτομα με παχυσαρκία, προδιαβήτη και λιπώδη νόσο του ήπατος. Οι ερευνητές της Washington University School of Medicine στο Σεντ Λούις τούς κατένειμαν τυχαία σε τρεις ομάδες, οι οποίες ακολούθησαν κετογονική, μεσογειακή ή χαμηλή σε λιπαρά και κυρίως φυτική διατροφή. Η ερευνητική ομάδα παρείχε όλα τα τρόφιμα στους συμμετέχοντες, ενώ εκείνοι συναντούσαν διαιτολόγο κάθε εβδομάδα, ώστε να διασφαλίζεται όσο το δυνατόν καλύτερα η τήρηση του προγράμματος.
Οι διαφορές ανάμεσα στα τρία διατροφικά μοντέλα ήταν μεγάλες.
- Στην κετογονική δίαιτα το 4% των θερμίδων προερχόταν από υδατάνθρακες και το 73% από λιπαρά.
- Στη μεσογειακή διατροφή τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 50% και 35%.
- Στη χαμηλή σε λιπαρά δίαιτα το 70% των θερμίδων προερχόταν από υδατάνθρακες και το 15% από λιπαρά.
Οι επιστήμονες προσάρμοζαν παράλληλα την πρόσληψη θερμίδων κάθε συμμετέχοντα, ώστε όλοι να χάσουν περίπου το 10% του αρχικού σωματικού τους βάρους. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος χρειάστηκαν περίπου τέσσερις έως πέντε μήνες. Ο συγκεκριμένος σχεδιασμός επέτρεψε στους ερευνητές να εξετάσουν κατά πόσο οι μεταβολικές διαφορές μεταξύ των ομάδων σχετίζονταν με τη σύνθεση της διατροφής και όχι απλώς με το πόσα κιλά έχασαν.
Τι άλλαξε στον μεταβολισμό
Στο τέλος της μελέτης, οι συμμετέχοντες και στις τρεις ομάδες είχαν μειώσει σημαντικά το σωματικό τους λίπος, ενώ παρουσίασαν και βελτίωση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη, δηλαδή της ικανότητας του οργανισμού να διαχειρίζεται αποτελεσματικότερα το σάκχαρο στο αίμα. Ωστόσο, η κετογονική ομάδα παρουσίασε εντονότερες μεταβολές σε ορισμένους δείκτες που συνδέονται με τη συσσώρευση λίπους στο ήπαρ.
Οι ερευνητές παρακολούθησαν τον μεταβολισμό των συμμετεχόντων σε διάστημα 24 ωρών, πραγματοποιώντας επανειλημμένες αναλύσεις αίματος. Στην κετογονική ομάδα καταγράφηκε η μεγαλύτερη αύξηση της γλυκαγόνης, μιας ορμόνης που συμμετέχει στη ρύθμιση του μεταβολισμού και των ενεργειακών αποθεμάτων, καθώς και η μεγαλύτερη μείωση των επιπέδων ινσουλίνης. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, αυτές οι μεταβολές μπορούν να συμβάλουν στη μείωση του αποθηκευμένου λίπους στο ήπαρ.
«Τα δεδομένα μας δείχνουν ότι, εάν κάποιος έχει υψηλή περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ και προδιαβήτη, η μείωση της πρόσληψης υδατανθράκων μπορεί να έχει σημαντικές θεραπευτικές επιδράσεις στον μεταβολισμό, πέρα από την απώλεια βάρους αυτή καθαυτή», ανέφερε ο Samuel Klein, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης.
Η έκπληξη με τη χοληστερόλη
Ένα από τα ευρήματα που προκάλεσαν μεγαλύτερη έκπληξη στους ερευνητές αφορούσε τα λιπίδια του αίματος. Η κετογονική ομάδα λάμβανε σχεδόν τα τρία τέταρτα των θερμίδων της από λιπαρά, ενώ το συγκεκριμένο διατροφικό μοντέλο μπορούσε να περιλαμβάνει και τρόφιμα πλούσια σε κορεσμένα λιπαρά. Παρ’ όλα αυτά, κατά τη διάρκεια της μελέτης δεν καταγράφηκε αύξηση των λιπιδίων ή της χοληστερόλης στο αίμα. «Το πιο αναπάντεχο εύρημα ήταν ότι οι συμμετέχοντες στην κετογονική ομάδα δεν παρουσίασαν αύξηση στα λιπίδια ή στη χοληστερόλη του αίματος, παρά το γεγονός ότι κατανάλωναν τη μεγαλύτερη ποσότητα λίπους», δήλωσε ο πρώτος συγγραφέας της μελέτης, Max Petersen.
Η μελέτη επιχειρεί ουσιαστικά να απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας: αρκεί να χάσει κάποιος βάρος ή έχει σημασία και ο τρόπος με τον οποίο επιτυγχάνει αυτή την απώλεια; Τα νέα δεδομένα υποδηλώνουν ότι, τουλάχιστον σε ανθρώπους που έχουν ταυτόχρονα παχυσαρκία, προδιαβήτη και αυξημένο λίπος στο ήπαρ, η σύνθεση της διατροφής ενδέχεται να προσφέρει πρόσθετα μεταβολικά οφέλη.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην εποχή των φαρμάκων GLP-1, τα οποία έχουν αλλάξει σημαντικά τη θεραπευτική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Ο Petersen σημείωσε ότι οι συγκεκριμένες θεραπείες έχουν καταστήσει εφικτή τη σημαντική φαρμακευτική απώλεια βάρους, ωστόσο η μελέτη δείχνει ότι η σύνθεση της διατροφής μπορεί να εξακολουθεί να προσφέρει πρόσθετα οφέλη.
Αναφορά: Max C. Petersen, Gordon I. Smith, Sarah S. Farabi, Hector H. Palacios, Mahalakshmi Shankaran, Marc K. Hellerstein, Bruce W. Patterson, Samuel Klein. Επίδραση της περιεκτικότητας σε μακροθρεπτικά συστατικά της διατροφής στην καρδιομεταβολική απόκριση στην απώλεια βάρους: Μια τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή . Cell Metabolism , 2026; DOI: 10.1016/j.cmet.2026.07.020