© Cibum. Με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος. Απαγορεύεται, η ολική ή μερική αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, διασκευή, αντιγραφή ή οποιαδήποτε άλλη χρήση του περιεχομένου και του φωτογραφικού υλικού του παρόντος δημοσιεύματος.
Τις καταναλώνουμε καθημερινά για να μειώσουμε τη ζάχαρη και τις θερμίδες, θεωρώντας ότι κάνουμε μια πιο συνετή επιλογή. Τα γλυκαντικά, σουκραλόζη και η στέβια έχουν περάσει πλέον σε πάρα πολλά τρόφιμα, αμε την ένδειξη «χωρίς ζάχαρη» ή «χαμηλών θερμίδων». Όμως μια νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Frontiers in Nutrition, έρχεται όμως να προσθέσει ανησυχητικά δεδομένα: σε ποντίκια, η κατανάλωση των δύο γλυκαντικών συνδέθηκε με μεταβολές στο εντερικό μικροβίωμα, στην παραγωγή σημαντικών μεταβολιτών, στη ρύθμιση της γλυκόζης και στην έκφραση γονιδίων που σχετίζονται με τη φλεγμονή και τον μεταβολισμό. Ακόμη πιο εντυπωσιακό ήταν ότι ορισμένες από αυτές τις μεταβολές εμφανίστηκαν και σε απογόνους δεύτερης γενιάς, που δεν είχαν καταναλώσει ποτέ τα γλυκαντικά.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Σοκολάτα: Πάνω από 100.000 συσκευασίες, 29,6 τόνοι σε ανάκληση – Στην υψηλότερη κατηγορία κινδύνου
Η παρουσία αυτών των γλυκαντικών δεν περιορίζεται στα φακελάκια που ρίχνουμε στον καφέ. Η σουκραλόζη μπορεί να χρησιμοποιείται σε αναψυκτικά χωρίς ζάχαρη, ενεργειακά και αθλητικά ποτά, σκόνες ροφημάτων, τσίχλες, καραμέλες, ζελέ, παγωτά, γιαούρτια, δημητριακά, μπάρες και σκόνες πρωτεΐνης, σιρόπια και ορισμένα αρτοσκευάσματα. Οι γλυκοζίτες στεβιόλης που συνήθως αναγράφονται ως «στέβια», συναντώνται επίσης σε αναψυκτικά, αρωματισμένα νερά, τσάγια, γιαούρτια, επιδόρπια, σοκολάτες, δημητριακά, μαρμελάδες και προϊόντα μειωμένης περιεκτικότητας σε ζάχαρη. Να σημειωθεί πως σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση περισσότερων από 30.000 τροφίμων και ποτών, γλυκαντικά εντοπίζονται και σε λιγότερο αναμενόμενα τρόφιμα, όπως τυριά, φυτικά ροφήματα, σάλτσες, dressings, έτοιμα γεύματα και ακόμη και αλμυρά σνακ.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Πέθανε από λύσσα τρίχρονο παιδί που είχε γρατζουνιστεί από γάτα
Οι ερευνητές μελέτησαν 47 αρσενικά και θηλυκά ποντίκια, τα οποία χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες. Η πρώτη έπινε νερό, η δεύτερη νερό με σουκραλόζη και η τρίτη νερό με στέβια επί 16 εβδομάδες. Οι δόσεις αντιστοιχούσαν περίπου σε 5 έως 15 mg ανά κιλό σωματικού βάρους ημερησίως και επιλέχθηκαν με βάση επίπεδα πρόσληψης που θεωρούνται αποδεκτά για τον άνθρωπο. Στη συνέχεια τα ζώα αναπαράχθηκαν και οι επιστήμονες παρακολούθησαν δύο ακόμη γενιές, F1 και F2, οι οποίες δεν εκτέθηκαν άμεσα στα γλυκαντικά.
Η σουκραλόζη προκάλεσε τις πιο έντονες και επίμονες μεταβολές. Στους αρσενικούς απογόνους της πρώτης γενιάς καταγράφηκε ήπια διαταραχή στην απόκριση της γλυκόζης, ενώ στη δεύτερη γενιά παρατηρήθηκε αυξημένη γλυκόζη νηστείας στους αρσενικούς απογόνους της ομάδας της σουκραλόζης. Στη δεύτερη γενιά αυξημένη γλυκόζη νηστείας εντοπίστηκε και σε θηλυκούς απογόνους της ομάδας της στέβιας. Τα ζώα δεν ανέπτυξαν διαβήτη, όμως οι μεταβολές δείχνουν ότι η ρύθμιση του σακχάρου επηρεάστηκε σε ορισμένες ομάδες απογόνων.
Ιδιαίτερη προσοχή τράβηξαν οι αλλαγές στο εντερικό μικροβίωμα. Η σουκραλόζη προκάλεσε μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις στη σύνθεσή του και συνδέθηκε, μεταξύ άλλων, με αύξηση του Desulfovibrio, ενός γένους βακτηρίων που έχει συσχετιστεί με φλεγμονώδεις διεργασίες. Οι αλλαγές ήταν ισχυρότερες στην πρώτη γενιά και ορισμένες παρέμεναν ανιχνεύσιμες και στη δεύτερη.
Παράλληλα, τόσο η σουκραλόζη όσο και η στέβια συνδέθηκαν με χαμηλότερες συγκεντρώσεις λιπαρών οξέων βραχείας αλύσου, ουσιών που παράγονται από τα βακτήρια του εντέρου και συμμετέχουν στη λειτουργία του εντερικού φραγμού, στον μεταβολισμό και στη ρύθμιση της φλεγμονής. Στην πρώτη γενιά απογόνων της ομάδας της σουκραλόζης μειώθηκαν σημαντικά το οξικό, το προπιονικό, το βουτυρικό και το βαλερικό οξύ. Οι μειώσεις ορισμένων από αυτούς τους μεταβολίτες εντοπίστηκαν και στις επόμενες γενιές. Το βουτυρικό παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς έχει σημαντικό ρόλο στην υγεία του εντέρου και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες.
Οι ερευνητές κατέγραψαν επίσης αλλαγές στην έκφραση γονιδίων. Η σουκραλόζη αύξησε στο έντερο την έκφραση των Tlr4 και Tnf, δύο γονιδίων που σχετίζονται με φλεγμονώδεις μηχανισμούς, τόσο στα ζώα που την κατανάλωσαν όσο και στην πρώτη γενιά απογόνων τους. Με τη στέβια αντίστοιχες μεταβολές εμφανίστηκαν στην πρώτη γενιά αλλά υποχώρησαν στη δεύτερη. Μεταβολές παρατηρήθηκαν και στο Srebp1, γονίδιο που συμμετέχει στη ρύθμιση του μεταβολισμού των λιπιδίων. Η εικόνα ήταν συνολικά πιο έντονη και πιο επίμονη στην ομάδα της σουκραλόζης.
Η μελέτη έχει ένα καθοριστικό όριο: έγινε σε ποντίκια. Τα αποτελέσματά της δεν αποδεικνύουν ότι οι ίδιες επιδράσεις συμβαίνουν στους ανθρώπους ούτε ότι οι αλλαγές που παρατηρήθηκαν στους απογόνους αποτελούν γενετική «κληρονόμηση». Οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν επίσης ότι δεν μπόρεσαν να διαχωρίσουν πλήρως την επίδραση της κύησης, της περιγεννητικής έκθεσης και της συμβολής κάθε γονέα. Οι συγγραφείς αναφέρουν ότι τα ευρήματα θέτουν ερωτήματα για τις μακροχρόνιες επιδράσεις των μη θρεπτικών γλυκαντικών καθώς στο συγκεκριμένο πειραματικό μοντέλο, η σουκραλόζη και η στέβια όχι μόνο δεν συμπεριφέρθηκαν ως μεταβολικά αδρανείς ουσίες, αλλά ορισμένες επιδράσεις τους παρέμειναν ορατές ακόμη και δύο γενιές αργότερα και ζητούν περαιτέρω έρευνα για να διαπιστωθεί αν οι διαγενεακές μεταβολές που παρατηρήθηκαν στα ποντίκια εμφανίζονται και στον άνθρωπο.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ