Η επικαιροποίηση της ευρωπαϊκής ειδοποίησης, προσθέτει την Ελλάδα στις χώρες διανομής των επηρεαζόμενων προϊόντων αρτοποιίας
Και σε ελληνικά ράφια είναι πιθανό να έχουν διατεθεί τα κατεψυγμένα προϊόντα αρτοποιίας που συνδέονται με την πρόσφατη ανάκληση της Ferrero, όπως προκύπτει από την επικαιροποίηση της ευρωπαϊκής ειδοποίησης RASFF. Στην τελευταία ενημέρωση του Συστήματος Ταχείας Ανταλλαγής Πληροφοριών για Τρόφιμα και Ζωοτροφές (RASFF), η Ελλάδα περιλαμβάνεται πλέον στις χώρες διανομής των επηρεαζόμενων προϊόντων, γεγονός που σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες παρτίδες ενδέχεται να έχουν διακινηθεί και στην ελληνική αγορά μέσω της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η ειδοποίηση κοινοποιήθηκε από την Ιταλία στις 26 Ιουνίου 2026, επικυρώθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και επικαιροποιήθηκε στις 29 Ιουνίου 2026, με ταξινόμηση ως Alert Notification και αξιολόγηση κινδύνου «Serious».
Η ειδοποίηση βασίζεται σε έλεγχο της ίδιας της εταιρείας, ο οποίος ενεργοποιήθηκε μετά από αναφορά ιδιώτη καταναλωτή για παρουσία μεταλλικού ξένου σώματος σε προϊόν. Ως επηρεαζόμενα προϊόντα καταγράφονται κατεψυγμένα προϊόντα αρτοποιίας της κατηγορίας cereals and bakery products, μεταξύ των οποίων baked products, mini croissants, croissants και προϊόν που περιγράφεται ως «muffin-croissant with chocolate cream». Στην Ιταλία και στη Γερμανία έχουν ήδη ληφθεί μέτρα ανάκλησης από τους καταναλωτές για το συγκεκριμένο προϊόν, ενώ η διανομή καταγράφεται σε μεγάλο αριθμό ευρωπαϊκών χωρών, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Στην Ιταλία ανακλήθηκαν πάνω από 50 κωδικοί.
Η ειδοποίηση αφορά τα προϊόντα που περιλαμβάνονται στην ανάκληση που ανακοίνωσε η Ferrero για επιλεγμένες παρτίδες κατεψυγμένων κρουασάν και μίνι κέικ που παράγονται από τη Fresystem S.p.A. με το εμπορικό σήμα Cupiello. Στα προϊόντα περιλαμβάνονται Nutella Croissant, Nutella Muffin και δεκάδες ακόμη κωδικοί κατεψυγμένων κρουασάν και συναφών προϊόντων που διατίθενται τόσο στη λιανική αγορά όσο και στον επαγγελματικό κλάδο, μέσω αρτοποιείων, ξενοδοχείων, καφέ και επιχειρήσεων μαζικής εστίασης. Η Cupiello αποτελεί το βασικό εμπορικό σήμα της ιταλικής Fresystem S.p.A., μιας από τις μεγαλύτερες παραγωγούς κατεψυγμένων προϊόντων αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής στην Ιταλία, με εξειδίκευση στα κρουασάν, τις σφολιάτες, τα brioches και τα προϊόντα για επαγγελματική χρήση. Η εταιρεία, που ιδρύθηκε το 1983 με παραγωγική μονάδα στο Caivano της Νάπολης, εξαγοράστηκε το 2023 από τον όμιλο Ferrero στο πλαίσιο της στρατηγικής επέκτασής του στην αγορά της κατεψυγμένης αρτοποιίας και των προϊόντων κατανάλωσης εκτός σπιτιού.
Ο λόγος της ανάκλησης είναι η πιθανή παρουσία μεταλλικών ξένων σωμάτων. Η συγκεκριμένη κατηγορία κινδύνου κατατάσσεται στους φυσικούς κινδύνους της ασφάλειας τροφίμων και αξιολογείται με ιδιαίτερη σοβαρότητα, καθώς ακόμη και ένα μεμονωμένο μεταλλικό αντικείμενο μπορεί να προκαλέσει τραυματισμό κατά την κατανάλωση. Σε αντίθεση με τους μικροβιολογικούς ή χημικούς κινδύνους, η επικινδυνότητα δεν σχετίζεται με τον πολλαπλασιασμό μικροοργανισμών ή την τοξικότητα μιας ουσίας, αλλά με τη μηχανική βλάβη που μπορεί να προκαλέσει το ξένο σώμα.
Τα μεταλλικά θραύσματα ενδέχεται να προκαλέσουν κάταγμα δοντιών, τραυματισμούς στη γλώσσα, στα ούλα και στη στοματική κοιλότητα, εκδορές ή ρήξεις στον φάρυγγα και στον οισοφάγο, καθώς και τραυματισμούς στο στομάχι ή στο έντερο. Αν το αντικείμενο είναι αιχμηρό ή έχει ακανόνιστο σχήμα, υπάρχει κίνδυνος διάτρησης του γαστρεντερικού σωλήνα και εσωτερικής αιμορραγίας. Παράλληλα, δεν αποκλείεται ο κίνδυνος πνιγμού ή εισρόφησης, ιδιαίτερα όταν το ξένο σώμα εισέλθει στην αναπνευστική οδό. Σε περίπτωση διάτρησης του πεπτικού συστήματος μπορεί να εμφανιστεί έντονος κοιλιακός πόνος, πυρετός και σημεία περιτονίτιδας, κατάσταση που απαιτεί άμεση νοσοκομειακή αντιμετώπιση. Μεγαλύτερο κίνδυνο αντιμετωπίζουν τα μικρά παιδιά, οι ηλικιωμένοι, τα άτομα με διαταραχές κατάποσης, όσοι φέρουν οδοντοστοιχίες ή έχουν μειωμένη αισθητικότητα στη στοματική κοιλότητα, καθώς και ασθενείς με παθήσεις του οισοφάγου ή του γαστρεντερικού συστήματος. Στις ομάδες αυτές αυξάνεται η πιθανότητα να μην γίνει αντιληπτή η παρουσία του ξένου σώματος πριν από την κατάποση.
Στη βιομηχανία τροφίμων, η παρουσία μεταλλικών ξένων σωμάτων μπορεί να οφείλεται σε φθορά εξοπλισμού παραγωγής, θραύση λεπίδων κοπής, αναδευτήρων, μεταφορικών ταινιών ή άλλων μηχανικών εξαρτημάτων, αποκόλληση βιδών και παξιμαδιών, φθορά κόσκινων και φίλτρων, καθώς και σε αστοχίες που μπορεί να προκύψουν κατά τις εργασίες συντήρησης ή επισκευής του εξοπλισμού. Για τον λόγο αυτό, οι εγκαταστάσεις παραγωγής εφαρμόζουν ολοκληρωμένα προγράμματα ελέγχου φυσικών κινδύνων, τα οποία περιλαμβάνουν προληπτική συντήρηση, επιθεώρηση κρίσιμων σημείων του εξοπλισμού, διαδικασίες ελέγχου εργαλείων και ανταλλακτικών, καθώς και τεκμηριωμένες επαληθεύσεις μετά από κάθε τεχνική παρέμβαση.
Η ανίχνευση μεταλλικών ξένων σωμάτων πραγματοποιείται συνήθως με ανιχνευτές μετάλλων και συστήματα επιθεώρησης ακτίνων Χ. Οι ανιχνευτές μετάλλων εντοπίζουν σιδηρούχα, μη σιδηρούχα και ανοξείδωτα μεταλλικά αντικείμενα, ενώ τα συστήματα ακτίνων Χ μπορούν να εντοπίσουν μεταλλικά θραύσματα ακόμη και όταν βρίσκονται μέσα σε προϊόντα με σύνθετη δομή ή σε ορισμένους τύπους συσκευασίας. Η αποτελεσματικότητα των συστημάτων αυτών εξαρτάται από το μέγεθος, το σχήμα, το είδος του μετάλλου, τη θέση του μέσα στο προϊόν και τη σωστή βαθμονόμηση του εξοπλισμού.
Η διαχείριση του συγκεκριμένου κινδύνου αποτελεί βασικό στοιχείο των συστημάτων HACCP που εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις τροφίμων. Η ανάλυση κινδύνου περιλαμβάνει την αξιολόγηση πιθανών πηγών επιμόλυνσης, τον καθορισμό μέτρων ελέγχου, τη συνεχή παρακολούθηση της αποτελεσματικότητάς τους και την εφαρμογή διορθωτικών ενεργειών όταν διαπιστωθεί απόκλιση. Παράλληλα, τα διεθνή πρότυπα πιστοποίησης, όπως BRCGS Food, IFS Food και FSSC 22000, απαιτούν τεκμηριωμένες διαδικασίες πρόληψης, ανίχνευσης και διαχείρισης ξένων σωμάτων, καθώς και επαλήθευση της αποτελεσματικότητας του εξοπλισμού ανίχνευσης.
Το νομοθετικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει ότι τρόφιμα τα οποία δεν πληρούν τις απαιτήσεις ασφάλειας δεν επιτρέπεται να διατίθενται στην αγορά. Ο Κανονισμός (ΕΚ) 178/2002 καθορίζει τις γενικές αρχές της νομοθεσίας τροφίμων, τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων για την απόσυρση και ανάκληση μη ασφαλών προϊόντων και τις απαιτήσεις ιχνηλασιμότητας σε όλα τα στάδια της αλυσίδας τροφίμων. Ο Κανονισμός (ΕΚ) 852/2004 επιβάλλει την εφαρμογή διαδικασιών που βασίζονται στις αρχές HACCP, ενώ το ευρωπαϊκό σύστημα RASFF επιτρέπει την άμεση ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών-μελών όταν εντοπίζονται τρόφιμα που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία.
Για τις επιχειρήσεις τροφίμων που έχουν προμηθευτεί τα συγκεκριμένα προϊόντα απαιτείται έλεγχος των αποθεμάτων με βάση τους αριθμούς παρτίδας και τα στοιχεία ιχνηλασιμότητας, απομόνωση των επηρεαζόμενων προϊόντων και εφαρμογή των οδηγιών του προμηθευτή ή των αρμόδιων αρχών σχετικά με την επιστροφή ή την καταστροφή τους. Για τους καταναλωτές που έχουν προμηθευτεί προϊόν από τις επηρεαζόμενες παρτίδες, η σύσταση είναι να μην το καταναλώσουν και να ακολουθήσουν τις οδηγίες ανάκλησης που έχουν εκδοθεί από την εταιρεία και τις αρμόδιες αρχές.
Το Cibum είναι εξειδικευμένο site ενημέρωσης για την ασφάλεια τροφίμων. Οι πληροφορίες του άρθρου έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα. Για περισσότερες λεπτομέρειες πατήστε ΕΔΩ.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Τσίπουρο: Ο κίνδυνος από το ethyl carbamate, οι επιπτώσεις στην υγεία και τα μέτρα πρόληψης
- Κολοβακτηρίδια σε οικογενειακό παγωτό: Κορυφαία βιομηχανία προχωρά σε επείγουσα ανάκληση
- Μπέικιν πάουντερ: Καταγγελίες κατά γνωστής μάρκας για αμφισβητούμενη αποτελεσματικότητα
- Νέα ανάκληση γαρίδων λόγω πιθανής επιμόλυνσης με ραδιενεργό Καίσιο-137 μετά την υπόθεση των 579 τόνων
- Διαδικτυακό σεμινάριο για την Προληπτική Επισήμανση Αλλεργιογόνων στα τρόφιμα (PAL) – TÜV NORD HELLAS & CibumLEARNING